Σημαντικός ραδιοτηλεοπτικός χρόνος και διαδικτυακός χώρος έχει αφιερωθεί τον τελευταίο καιρό στο περιώνυμο άνοιγμα του Φαρμακευτικού επαγγέλματος στη χώρα μας.

Η υπ’ αριθμόν 26/2018 γνωμοδότηση του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ανοίγει το δρόμο για την έκδοση του Προεδρικού διατάγματος σχετικά με την απελευθέρωση του ιδιοκτησιακού των φαρμακείων, δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία, αλλά ουσιαστικά μια επανάληψη του ίδιου έργου. Και αυτό γιατί το συγκεκριμένο ΠΔ αποτελεί αντιγραφή της από 20-5-2016 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των υπουργών Οικονομίας και Υγείας για «τις ρυθμίσεις επαγγέλματος φαρμακοποιού και την ίδρυση φαρμακείου» που ακυρώθηκε με την υπ’ αριθμόν 1804/2017 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ μετά από προσφυγή του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου και των Φαρμακευτικών Συλλόγων Αττικής και Θεσσαλονίκης.

Το εν λόγω ΠΔ λοιπόν, επιτρέπει μεταξύ άλλων να ιδρυθούν φαρμακεία από φυσικά πρόσωπα μη αδειούχους φαρμακοποιούς, υποχρεωτικά υπό εταιρική μορφή ΕΠΕ (Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης), που πρέπει να έχει συσταθεί πριν τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας του φαρμακείου, με την προϋπόθεση ένα μέλος της εταιρείας να είναι αδειούχος φαρμακοποιός και να έχει μετοχικό μερίδιο 20%.

Με αυτή του τη γνωμοδότηση το Ε’ Τμήμα του ΣτΕ έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την απόφαση της ολομέλειας του, πριν από μόλις μερικούς μήνες, για ακύρωση της αντίστοιχης ΚΥΑ, κάτι που εγείρει πολλά ερωτηματικά. 

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το ΣτΕ ως ένα ιδιότυπο «Πύργο της Βαβέλ», όπου στην μια περίπτωση η ολομέλειά του αποφαίνεται ότι «όπως έχει γίνει δεκτό, η άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, που συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών υγείας- όπως είναι και η άσκηση του επαγγέλματος του φαρμακοποιού – επιτρέπεται μόνον σε όσα πρόσωπα έχουν τα προσόντα εκείνα, τα οποία ο νομοθέτης έχει κρίνει, σε εκπλήρωση της επιταγής του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος, ότι είναι αναγκαία, προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή στους πολίτες υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου (ΣτΕ 1790/2016, 1634/2009, 2267/2005 επταμ) ενόψει και του ότι τα φαρμακεία αποτελούν ιδιότυπα καταστήματα, στα οποία συνδυάζεται η εμπορική εκμετάλλευση με την υπεύθυνη επιστημονική δραστηριότητα (ΣτΕ 228-29, 420-24/2014 Ολομ.)», ενώ στη συνέχεια ένα τμήμα του αναφέρει ότι «η νέα ρύθμιση κρίθηκε αναγκαία για την αντιμετώπιση των φαινομένων της υπερκατανάλωσης φαρμάκων, της τεχνητής ζήτησης φαρμάκων και της προώθησης των μη γενοσήμων φαρμάκων, που προκαλούν αύξηση της κρατικής φαρμακευτικής δαπάνης και υπέρμετρη επιβάρυνση των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, τα οποία εκτιμάται από τα ως άνω κείμενα ότι δύνανται να αποδοθούν, μεταξύ άλλων, και στο μονοπώλιο του εμπορίου φαρμάκων εκ μέρους του κλειστού επαγγελματικού κύκλου των φαρμακοποιών. Η άρση του εν λόγω μονοπωλίου θεωρείται ότι θα συμβάλει στη διαμόρφωση από την ίδια την αγορά τόσο της προσφοράς και της ζήτησης των φαρμάκων, όσο και της ποιότητας των παρεχόμενων φαρμακευτικών προϊόντων και υπηρεσιών».

Η τελευταία αυτή γνωμοδότηση στηρίζεται σε εντελώς λάθος βάση. Καταρχήν η συνταγογράφηση φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, που αποζημιώνονται από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα των θεραπόντων ιατρών. Είναι οξύμωρο να θεωρείται ότι αυξάνει την δαπάνη αυτός που εκτελεί τη συνταγή και όχι αυτός που συνταγογραφεί. Επίσης είναι γνωστό ότι ο ΕΟΠΠΥ αποζημιώνει την τιμή αναφοράς σε κάθε φάρμακο, δηλαδή είτε πάρει ο ασθενής πρωτότυπο είτε πάρει γενόσημο φάρμακο το κράτος πληρώνει το ίδιο ποσό, άρα δεν προκαλείται αύξηση στην κρατική φαρμακευτική δαπάνη. Τέλος τα συνταγογραφούμενα φάρμακα αποτελούν διατιμημένα είδη με τιμή που καθορίζεται από το κράτος και ισχύει για όλα τα φαρμακεία ανά την Ελληνική επικράτεια,με αποτέλεσμα να μην ισχύουν για αυτάοι κανόνες προσφοράς και ζήτησης της αγοράς. 

Είναι μια πρωτοφανής απόφαση με την οποία για πρώτη φορά συντελείται και επίσημα η εμπορευματοποίηση του κοινωνικού αγαθού που λέγεται φάρμακο. Έρχεται μάλιστα σε πλήρη αντίθεση με παλαιότερη απόφαση του ΣτΕ, όπου αναφέρεται ρητά ότι «τα φαρμακεία δεν αποτελούν αμιγώς εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά ιδιότυπα καταστήματα, στα οποία συνδυάζεται η υπεύθυνη επιστημονική δραστηριότητα και η κοινωνική αποστολή με την εμπορική εκμετάλλευση» (ΣτΕ Ολομ. 229/2014) και τις από 19.5.2009 αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑171/07 και C‑172/07, καθώς και υπόθεση C‑531/06), όπου απεδείχθη μεταξύ άλλων ότι «το ατομικό συμφέρον του επαγγελματία φαρμακοποιού για την επίτευξη κέρδους μετριάζεται από την κατάρτιση και την επαγγελματική εμπειρία του, καθώς και από την ευθύνη που υπέχει, δεδομένου ότι ενδεχόμενη παράβαση των νομικών κανόνων ή των κανόνων δεοντολογίας θέτει σε κίνδυνο όχι μόνον την αξία της επενδύσεώς του, αλλά και την ίδια την επαγγελματική του υπόσταση. Σε αντίθεση προς τους φαρμακοποιούς, οι μη φαρμακοποιοί δεν έχουν, εξ ορισμού, κατάρτιση, εμπειρία και ευθύνη αντίστοιχη με εκείνη των φαρμακοποιών. Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι μη φαρμακοποιοί δεν παρέχουν τα ίδια εχέγγυα με τους φαρμακοποιούς».

Αδιαμφισβήτητα είναι μια άσχημη εξέλιξη, αλλά το θέμα δεν έχει κλείσει. Ο ΠΦΣ υποστηρίζει ότι πρόκειται περί προκαταρκτικού και δη διαδικαστικού ελέγχου του εν λόγω σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος και όχι για ευθύ έλεγχο συνταγματικότητας και θα ασκήσει αμέσως μετά την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος,  αίτηση ακυρώσεως και αναστολής  όπου θα κριθεί πια στην Ολομέλεια του ΣτΕ,  η αντισυνταγματικότητα του Π.Δ. και η μη συμβατότητα του με το Ενωσιακό κεκτημένο.

*O Γιώργος Βογιατζής είναι μέλος ΔΣ Φαρμακευτικού Συλλόγου ΜαγνησίαςΑντιπρόσωπος Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου