Τα συμπληρώματα διατροφής αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες αγορές σήμερα. Σύμφωνα με δεδομένα από τις ΗΠΑ, το 52% των ενηλίκων χρησιμοποιεί τουλάχιστον 1 συμπλήρωμα διατροφής ενώ το 10% χρησιμοποιεί 4 ή περισσότερα. Οι βιταμίνες και τα μέταλλα είναι τα συμπληρώματα που χρησιμοποιούνται συχνότερα (σε ποσοστά 48% και 39% αντίστοιχα) με σκοπό τη διατήρηση της υγείας και την πρόληψη των χρονίων νόσων.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Αντώνιος Δημητρακόπουλος, Διευθυντής Γ’ Παθολογικής Κλινικής Ερρίκος Ντυνάν και Ειδικός Σύμβουλος Παθολόγος Αιγινήτειου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου, παρά την ευρεία χρήση τους, τα συμπληρώματα βιταμινών και μετάλλων δεν προσφέρουν οφέλη στην πρωτογενή και δευτερογενή πρόληψη των χρονίων νόσων, που δεν σχετίζονται με κάποια διατροφική ανεπάρκεια. 

Αντιθέτως, αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι η αυξημένη κατανάλωση θρεπτικών ουσιών (όπως η β-καροτίνη, το φυλλικό οξύ, η βιταμίνη Ε ή το σελήνιο) σε μεγαλύτερες ποσότητες από τη ΣΗΠ (Συνιστώμενη Ημερήσια Πρόσληψη) μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιβλαβής. Συγκεκριμένα, μπορεί να προκαλέσει αυξημένη θνησιμότητα, καρκίνο ή αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να εξεταστεί σε ποιες περιπτώσεις ενδείκνυται η χορήγηση συμπληρωμάτων διατροφής σε υγιείς ενήλικες. Ο γιατρός πρέπει επίσης να ενημερώσει τους ασθενείς του ότι τα συμπληρώματα δεν αποτελούν εναλλακτική της υγιεινής διατροφής και, όταν αυτά χορηγούνται, προσφέρουν λιγότερα οφέλη σε σχέση με αυτά που αυτή προσφέρει.

Επιπλέον, οι θρεπτικές ουσίες που προσλαμβάνονται με τη διατροφή απορροφώνται ευκολότερα από τον οργανισμό και προκαλούν λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η υγιεινή διατροφή προσφέρει θρεπτικές ουσίες σε βιολογικά ιδανικές αναλογίες εν αντιθέσει με τα συμπληρώματα. 
Αν και η χορήγηση συμπληρωμάτων διατροφής στον γενικό πληθυσμό δεν προτείνεται, σε ορισμένα άτομα που δεν μπορούν να λάβουν ικανοποιητική ποσότητα θρεπτικών ουσιών από τη διατροφή, η χορήγηση συμπληρωμάτων μπορεί να προσφέρει οφέλη.

Εγκυμοσύνη
Οι γυναίκες που σκοπεύουν να μείνουν έγκυες ή βρίσκονται στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης πρέπει να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα φυλλικού οξέος (0.4-0.8 mg/d) καθώς αυτό βοηθά στην πρόληψη των επιπλοκών της κύησης. Το φυλλικό οξύ αποτελεί μία από τις λίγες θρεπτικές ουσίες που απορροφώνται καλύτερα σε μορφή συμπληρώματος. Τα συμπληρώματα πολυβιταμινών και μετάλλων που χορηγούνται κατά την εγκυμοσύνη περιέχουν όλες τις θρεπτικές ουσίες που είναι απαραίτητες κατά την εγκυμοσύνη, όπως το φυλλικό οξύ και η βιταμίνη D. Οι γυναίκες με σιδηροπενική αναιμία πρέπει επίσης να λαμβάνουν σίδηρο αν έχουν χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης ή φερριτίνης. Τα συμπληρώματα ασβεστίου μειώνουν επίσης τον κίνδυνο υπέρτασης της κύησης και προεκλαμψίας.

Βρέφη και Παιδιά
Σύμφωνα με τις οδηγίες για τα βρέφη, σε περίπτωση που αυτά θηλάζουν, πρέπει να λαμβάνουν βιταμίνη D (400 IU/d) μετά τη γέννηση και μέχρι να ξεκινήσουν να καταναλώνουν γάλα που περιέχει βιταμίνη D. Πρέπει να λαμβάνουν επίσης σίδηρο (1mg/kg/d) από την ηλικία των 4 μηνών μέχρι την ηλικία των 6 μηνών, οπότε και ξεκινά η κατανάλωση τροφίμων που περιέχουν σίδηρο. Τα βρέφη που τρέφονται με γάλα που περιέχει βιταμίνη D (και σίδηρο) δεν χρειάζεται να λάβουν συμπληρώματα.
Τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας, εφόσον κάνουν μία υγιεινή διατροφή δεν χρειάζονται συμπληρώματα πολυβιταμινών ή μετάλλων. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, η χορήγηση συμπληρωμάτων με ωμέγα-3 λιπαρά οξέα σε αυτές τις ηλικίες μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη του αυτισμού ή της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, ωστόσο χρειάζονται περισσότερες έρευνες προκειμένου να επιβεβαιωθεί αυτό.

Μέση και Τρίτη Ηλικία
Αναφορικά με τη Βιταμίνη B12, αρκετοί ενήλικες άνω των 50 ετών δεν μπορούν να απορροφήσουν επαρκείς ποσότητες της βιταμίνης αυτής από τη διατροφή, επομένως χρειάζεται να πάρουν συμπληρώματα διατροφής. Η ΣΗΠ για τη βιταμίνη Β12 είναι 2.4 μg/d. Οι ασθενείς με κακοήθη αναιμία χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις της συγκεκριμένης βιταμίνης.

Η Συνιστώμενη Ημερήσια Πρόσληψη της βιταμίνης D για τη διατήρηση της υγείας των οστών είναι τα 600 IU/d για τους ενήλικες έως 70 ετών και τα 800 IU/d για τους ενήλικες άνω των 70 ετών. Οι δόσεις αυτές, ωστόσο, μπορεί να παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις καθώς η ποσότητα που προσφέρει οφέλη δεν είναι η ίδια για όλους τους ασθενείς. Η ιδανική ποσότητα βιταμίνης D αποτελεί σήμερα αντικείμενο αρκετών ερευνών.

Για τους άντρες 51-70 ετών η ΣΗΠ ασβεστίου είναι τα 1000 mg/d. Η αντίστοιχη ποσότητα για τις γυναίκες της ηλικίας αυτής και όλους τους ενήλικες άνω των 70 ετών είναι τα 1200 mg/d. Προσφάτως, ορισμένες έρευνες έδειξαν ότι τα συμπληρώματα ασβεστίου μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο νεφρολιθίασης και καρδιαγγειακής νόσου, επομένως, είναι προτιμότερο η πρόσληψη του ασβεστίου να γίνεται από τη διατροφή. Συμπληρώματα πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν αυτό δεν είναι δυνατό. Μία πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι η χορήγηση συμπληρώματος διατροφής με μέτρια δόση ασβεστίου (<1000 mg/d) και βιταμίνης D (>800 IU/d) μειώνει τον κίνδυνο καταγμάτων και απώλειας οστικής πυκνότητας σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ηλικίας άνω των 65 ετών.

Οι υγιείς ενήλικες δεν χρειάζεται να λαμβάνουν συμπληρώματα διατροφής. Μία έρευνα που διεξήχθη στις ΗΠΑ και περιελάμβανε άντρες εθελοντές, έδειξε ότι τα συμπληρώματα πολυβιταμινών και μετάλλων μειώνουν ελαφρώς τον κίνδυνο καρκίνου. Το αποτέλεσμα αυτό, ωστόσο, χρειάζεται επιβεβαίωση από μεγαλύτερης κλίμακας έρευνες.

Βιβλιογραφία: JAMA