Η διαπυητική ιδρωταδενίτιδα είναι μία χρόνια φλεγμονώδης δερματοπάθεια, που εκτιμάται ότι επηρεάζει το 1% του ενήλικου πληθυσμού παγκοσμίως. Εκδηλώνεται με φλεγμονές του δέρματος κυρίως σε περιοχές με πολλούς ιδρωτοποιούς αδένες, όπου παρατηρείται μεγάλη τριβή, όπως οι μασχάλες, η βουβωνική χώρα, οι γλουτοί και τα σημεία κάτω από τους μαστούς. Σε ήπια περιστατικά παρατηρούνται μικρά οζίδια ή σπυράκια, ενώ στις πιο σοβαρές περιπτώσεις εμφανίζονται συρίγγια και αποστήματα, που μπορεί να εκκρίνουν πύον με δυσάρεστη οσμή και συχνά καταλήγουν στο σχηματισμό ουλών στο δέρμα, προκαλώντας έντονο πόνο στον ασθενή. 

H ανταλιμουμάμπη (adalimumab) δεν είναι καινούριο φάρμακο. Είναι ένας βιολογικός παράγοντας που κυκλοφορεί 12 χρόνια και έχει εγκριθεί για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ενεργού ρευματοειδούς αρθρίτιδας, της σοβαρής ενεργού αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας, της σοβαρής αξονικής σπονδυλαρθρίτιδας χωρίς ακτινολογικά ευρήματα αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας, της μέτριας έως σοβαρής κατά πλάκας ψωρίασης, της ενεργού και εξελισσόμενης ψωριασικής αρθρίτιδας, της μέτριας έως σοβαρής ενεργού νόσου του Crohn, της μέτριας έως σοβαρής ενεργού ελκώδους κολίτιδας και τώρα και της ενεργού μέτριας έως σοβαρής διαπυητικής ιδρωταδενίτιδας.  Το adalimumab έχει λάβει έγκριση, επίσης, για τη θεραπεία πολλών παθήσεων σε παιδιά, όπως της ενεργού αρθρίτιδας σχετιζόμενης με ενθεσίτιδα, της σοβαρής χρόνιας ψωρίασης κατά πλάκας, της σοβαρής ενεργού νόσου του Crohn (από 6 ετών), και της ενεργού πολυαρθρικής νεανικής ιδιοπαθούς αρθρίτιδας σε ασθενείς που ανταποκρίθηκαν ανεπαρκώς σε προηγούμενη θεραπεία. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα υπερφάρμακο.

«Οι ασθενείς συχνά εκδηλώνουν επώδυνα και ενοχλητικά συμπτώματα, που ενδέχεται να έχουν ολέθρια αποτελέσματα στη ζωή τους», ανέφερε σε συνέντευξη τύπου για της παρουσίαση του σκευάσματος η Καθηγήτρια Δερματολογίας - Αφροδισιολογίας ΕΚΠΑ Χριστίνα Αντωνίου, Διευθύντρια Α’ Πανεπιστημιακής Δερματολογικής Κλινικής Νοσοκομείου «Α. Συγγρός». «Το adalimumab είναι η πρώτη εγκεκριμένη θεραπεία που τεκμηριωμένα έχει αποδείξει ότι μειώνει τα συμπτώματα της διαπυητικής ιδρωταδενίτιδας, δηλαδή τα οζίδια, τα αποστήματα αλλά και τον πόνο. Ως αποτέλεσμα, η χορήγηση του adalimumab βελτιώνει δραστικά την ποιότητα ζωής των ασθενών, σηματοδοτώντας έτσι μια εξαιρετικά σημαντική πρόοδο στη διαχείριση της νόσου».

Επισημαίνοντάς τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης, ο Καθηγητής Δερματολογίας – Αφροδισιολογίας ΕΚΠΑ Δημήτρης Ρηγόπουλος, Διευθυντής Β’ Πανεπιστημιακής Δερματολογικής Κλινικής του Π.Γ.Ν «Αττικόν», αναφέρθηκε στη μακροχρόνια ταλαιπωρία πολλών ασθενών, οι οποίοι, λόγω εσφαλμένης ή καθυστερημένης διάγνωσης, βλέπουν την κατάστασή τους να επιδεινώνεται. «Η διαπυητική ιδρωταδενίτιδα είναι ιδιαίτερα δύσκολη ως προς τη διάγνωσή της καθώς συχνά συγχέεται με άλλες δερματικές παθήσεις όπως η θυλακίτιδα και η δοθιήνωση. Πολλές φορές μάλιστα, τα συμπτώματα αποδίδονται στην αποτρίχωση ή τη χρήση αποσμητικών. Όσο η νόσος εξελίσσεται, η αντιμετώπιση της γίνεται όλο και πιο δύσκολη και σε προχωρημένα στάδια μπορεί να χρειαστεί ακόμη και χειρουργική αφαίρεση του προσβεβλημένου δέρματος. Για το λόγο αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντικό, όταν ένας ασθενής εμφανίζει τα πρώτα συμπτώματα, να απευθύνεται εγκαίρως σε δερματολόγο, ο οποίος είναι ο κατάλληλος γιατρός για να διαγνώσει και να διαχειριστεί αποτελεσματικά τη νόσο τους».

Αν και τα ακριβή αίτια της διαπυητικής ιδρωταδενίτιδας παραμένουν ασαφή, είναι, πλέον, γνωστό ότι πρόκειται για νόσημα με αυτοάνοσα χαρακτηριστικά. Μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά συνήθως εμφανίζεται πρώτη φορά μετά την εφηβεία. Η ασθένεια προσβάλλει και τα δύο φύλα, ωστόσο οι γυναίκες έχουν διπλάσιες έως πενταπλάσιες πιθανότητες να νοσήσουν σε σχέση με τους άνδρες. Έρευνες, επίσης, τη συσχετίζουν  με το κάπνισμα και την παχυσαρκία, ενώ περίπου το ένα τρίτο των ασθενών έχει οικογενειακό ιστορικό.

Στην Ελλάδα λειτουργούν τέσσερα ειδικά Ιατρεία Διαπυητικής Ιδρωταδενίτιδας, δύο στην Αθήνα και δύο στη Θεσσαλονίκη.

Στην Αθήνα οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στην Α’ Πανεπιστημιακή Δερματολογική Κλινική στο Νοσοκομείο «Α. Συγγρός» όπου το Ιατρείο λειτουργεί κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή  (τηλ. 210 7265153) και στη Β’ Πανεπιστημιακή Δερματολογική Κλινική στο Νοσοκομείο «Αττικόν» όπου το Ιατρείο λειτουργεί κάθε Τετάρτη (τηλ. 210 5832396).

Στη Θεσσαλονίκη, λειτουργεί ήδη ειδικό Ιατρείο Ιδρωταδενίτιδας στην Α’ Πανεπιστημιακή Δερματολογική Κλινική στο Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων  (τηλ 2313 308860-867), ενώ άμεσα θα ξεκινήσει τη λειτουργία του και στη Β’ Πανεπιστημιακή Δερματολογική Κλινική στο Γενικό Νοσοκομείο «Παπαγεωργίου» (τηλ. 14741).