Αλλεπάλληλες μελέτες έχουν καταδείξει ένταση των συμπτωμάτων της σοβαρής (μείζονας) κατάθλιψης στη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού, με σημαντική αύξηση στις παρα-αυτοκτονικές συμπεριφορές (π.χ. οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ), στις απόπειρες αλλά και στις αυτοχειρίες.

Το φαινόμενο αυτό δημιουργεί πολλά ερωτηματικά, επειδή θεωρητικά θα έπρεπε να νιώθουμε περισσότερη μελαγχολία στη διάρκεια των χειμερινών μηνών.

«Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν την άνοιξη αυξημένη ενεργητικότητα, αισιοδοξία και ενθουσιασμό, πιθανώς σε συνδυασμό με μία ψυχική αναστάτωση και μειωμένη ανάγκη για ύπνο», λέει ο νευρολόγος - ψυχίατρος Δρ. Νίκος Ε. Δέγλερης, διδάσκων ψυχοθεραπείας στο Πανεπιστήμιο Paris V, στη Γαλλία.

«Η ένταση αυτή οφείλεται καταρχάς στο ότι είμαστε εξαιρετικά ευαίσθητοι στα φυσικά φαινόμενα, δηλαδή σε παράγοντες όπως ο φωτισμός και η θερμοκρασία. Ακόμη και λίγες πρόσθετες ώρες ηλιοφάνειας και αυξημένης περιβαλλοντικής θερμοκρασίας είναι αρκετές για να αυξηθεί η παραγωγή σεροτονίνης και ντοπαμίνης στον εγκέφαλο. Οι ουσίες αυτές είναι νευροδιαβιβαστές, δηλαδή συμμετέχουν στη μετάδοση μηνυμάτων μεταξύ των νευρικών κυττάρων, και είναι υπεύθυνες για τα αισθήματα ευεξίας».

Το γεγονός ότι την άνοιξη έχουμε περισσότερες ευκαιρίες για εξόδους από το σπίτι, επίσης, παίζει ρόλο στη βελτιωμένη ψυχική διάθεση, το ίδιο και η εντεινόμενη προσμονή για τις επερχόμενες καλοκαιρινές διακοπές.

Αυτά, όμως, δεν ισχύουν για όλους. Για όσους έχουν κατάθλιψη, οι επιδράσεις των παραπάνω παραγόντων μπορεί να είναι ακριβώς οι αντίθετες.

«Την ίδια ώρα που κάποιοι ανασκουμπώνονται για να κάνουν δημιουργικά πράγματα και να περάσουν περισσότερο χρόνο σε υπαίθριες δραστηριότητες, άλλοι παλεύουν για να μπουν σε αυτό το κλίμα και, αντί να νιώθουν καλύτερα, αισθάνονται χειρότερα», λέει ο Δρ. Δέγλερης.

«Πολλοί ασθενείς αναφέρουν πως η αλλαγή της ώρας στα τέλη του Μαρτίου τους δημιουργεί αρνητική ψυχική διάθεση, διότι οι μέρες μεγαλώνουν, οι ώρες της ηλιοφάνειας αυξάνονται και εκείνοι αισθάνονται πιο εκτεθειμένοι. Έτσι εντείνονται συναισθήματα, όπως η ευερεθιστότητα, οι δυσκολίες στη συγκέντρωση, η απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που απολάμβαναν και, μερικές φορές, ο αυτοκτονικός ιδεασμός».

Τα συναισθήματα αυτά μπορεί να σχετίζονται και με τις αλλαγές στα επίπεδα της μελατονίνης, μιας ορμόνης του εγκεφάλου που ρυθμίζει το βιολογικό ρολόι του οργανισμού. Κατά την έναρξη του χειμώνα, η μείωση της μελατονίνης ωθεί  πολλούς ανθρώπους στην «μελαγχολία του χειμώνα» (ή εποχιακή συναισθηματική διαταραχή - SAD), ενώ η αύξησή της την άνοιξη μπορεί να οδηγήσει στην «ανάστροφη SAD». Υπολογίζεται ότι το 10% των πασχόντων από εποχιακή συναισθηματική διαταραχή παρουσιάζει αυτή την αναστροφή, κατά την οποία βυθίζεται στη μελαγχολία μόλις αρχίσει να ζεσταίνεται ο καιρός, επειδή του προκαλεί ακραίο άγχος οποιαδήποτε μεταβολή στο βιολογικό του ρολόι.

Και μετά είναι οι αλλαγές που συνοδεύουν την άνοιξη. Κάποιοι άνθρωποι ευημερούν με τις αλλαγές, ενώ άλλοι τις φοβούνται. Έτσι οποιαδήποτε αλλαγή, ακόμη κι αν είναι θετική, τους προκαλεί άγχος - κάτι που είναι ιδιαίτερα συχνό στους εξαιρετικά ευαίσθητους, καταθλιπτικούς ανθρώπους. Πόσω μάλλον που κάθε αλλαγή απαιτεί και προσαρμογή, η οποία δεν είναι πάντοτε εύκολη για τους ασθενείς αυτούς.

Ένας άλλος παράγοντας ενδέχεται να είναι οι αλλεργίες της άνοιξης. Μερικές μελέτες έχουν συσχετίσει τις εαρινές αλλεργίες με την αυξημένη καταθλιπτική συμπτωματολογία και τον αυτοκτονικό ιδεασμό και έχει διατυπωθεί η θεωρία ότι ίσως τα αυξημένα επίπεδα γύρης στον αέρα που αναπνέουμε προκαλούν αντίδραση τύπου «φλεγμονής» στον εγκέφαλο, η οποία εντείνει την κακοδιαθεσία των πασχόντων από κατάθλιψη.

Την κατάσταση σίγουρα δεν διευκολύνει το να βλέπει κανείς μονίμως γύρω του αισιόδοξους, χαρούμενους ανθρώπους, που αναρτούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενθουσιώδεις στιγμές από την καθημερινότητα ή/και τις διακοπές τους, διότι «αποτελούν διαρκή υπενθύμιση της δικής του δυσθυμίας και δυσκολίας», προσθέτει ο Δρ. Δέγλερης.

Τι να κάνετε

Εάν αισθάνεστε ότι βυθίζεστε στην κατάθλιψη την άνοιξη, αρχίστε να καταγράφετε τα συναισθήματα και τα σωματικά συμπτώματά σας, συνιστά ο Δρ. Δέγλερης.

«Να καταγράφετε λεπτομέρειες όπως η ψυχική διάθεση, οι αλλαγές στην όρεξη, η ικανότητά σας να συγκεντρώνεστε όταν κάνετε κάτι, τα συναισθήματα απελπισίας και αναξιότητας, αλλά και σωματικά συμπτώματα, όπως οι γαστρεντερικές διαταραχές, οι πονοκέφαλοι και τα προβλήματα ύπνου», λέει.

«Αν δείτε ότι παραμένετε σε αυτή την κατάσταση επί μέρες, καλό είναι να επικοινωνήσετε με τον ειδικό στην ψυχική υγεία. Η καταγραφή θα σας βοηθήσει να του δώσετε αναλυτική εικόνα για την κατάστασή σας, ώστε να την αξιολογήσει σωστά και να προτείνει την κατάλληλη αγωγή, που μπορεί να είναι συνεδρίες ψυχολογικής υποστήριξης, υγιεινοδιαιτητικά μέτρα (π.χ. βελτίωση της διατροφής, περπάτημα) ή/και φαρμακευτική αγωγή».

Μη διστάζετε, επίσης, να μιλάτε για τα συναισθήματά σας στους δικούς σας ανθρώπους και να ζητάτε βοήθεια.

Τέλος, αν ανησυχείτε για την ψυχική διάθεση ενός συγγενή ή φίλου σας, μη διστάσετε να του μιλήσετε γι’ αυτό ή να απευθυνθείτε σε έναν ειδικό εάν σκοντάψετε στην άρνησή του να μιλήσει, αλλά φοβάστε ότι μπορεί να βλάψει τον εαυτό του.