Ο καρκίνος των ωοθηκών συνήθως εμφανίζεται στις γυναίκες στην εμμηνόπαυση. Συχνά διαγιγνώσκεται με καθυστέρηση, λόγω της έλλειψης συμπτωμάτων, με συνέπεια να είναι δύσκολη η αντιμετώπισή του. Δυστυχώς μόνο οι μισές γυναίκες επιβιώνουν πάνω από πέντε χρόνια μετά τη διάγνωση.

Το νέο εξατομικευμένο εμβόλιο ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα της ασθενούς, διπλασιάζοντας σχεδόν τον αριθμό των γυναικών που ζει για τουλάχιστον δύο χρόνια

Η πιλοτική κλινική δοκιμή του εμβολίου έγινε σε 25 ασθενείς με προχωρημένο και υποτροπιάζοντα καρκίνο των ωοθηκών. Όπως διαπιστώθηκε, το εμβόλιο είναι ασφαλές, καλά ανεκτό και πέτυχε να ενισχύσει τις αντιδράσεις του αμυντικού μηχανισμού των καρκινοπαθών (ανοσοθεραπεία).

Η διεθνής επιστημονική κοινότητα υποδέχτηκε τα νέα με ενθουσιασμό, κάνοντας λόγο για πολύ σημαντική ανακάλυψη, ίσως τη μεγαλύτερη μετά την ανακάλυψη της χημειοθεραπείας.

Σύμφωνα με την επικεφαλής ερευνήτρια Dr. Lana Kandalaft, από το Πανεπιστήμιο της Pennsylvania Perelman School of Medicine: "Ο καρκίνος των ωοθηκών είναι ένας "σιωπηλός δολοφόνος", επειδή συχνά περνάει απαρατήρητος, μέχρι να διαγνωσθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Με τη χειρουργική επέμβαση, που ακολουθείται από χημειοθεραπεία, οι περισσότεροι ασθενείς - το 85% - υποτροπιάζουν και, τελικά, αναπτύσσουν αντοχή στο χημειοθεραπεία. Σε αυτό το σημείο εξαντλούνται οι επιλογές θεραπείας".

Το νέο εμβόλιο αποτελείται από δενδριτικά ανοσοκύτταρα, που έχουν ληφθεί από το αίμα της ασθενούς και έχουν στο εργαστήριο εκτεθεί σε καρκινικά κύτταρα. Στη συνέχεια εισάγονται στον οργανισμό της ασθενούς, όπου το εμβόλιο πυροδοτεί μια γενικότερη αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος, «εκπαιδεύοντας» τα Τ-λεμφοκύτταρα να αναγνωρίζουν και να καταστρέφουν τους καρκινικούς όγκους.

Οι επιστήμονες χορήγησαν σε δόσεις το εμβόλιο (περίπου μία τον μήνα σε βάθος διετίας) είτε μόνο του, είτε σε συνδυασμό με δύο ανοσοτροποποιητικά φάρμακα, τη μπεβασιζουμάμπη και την κυκλοφωσφαμίδη. Ακολούθησε η παρακολούθηση των 25 ασθενών για πάνω από δύο χρόνια.

Περίπου οι μισές ασθενείς εμφάνισαν ενισχυμένη αντίδραση στα καρκινικά κύτταρα και έζησαν περισσότερο. Μετά από ένα έτος το 100% των εμβολιασμένων ασθενών ζούσε, έναντι 60% όσων είχαν πάρει μόνο τα δύο αντικαρκινικά φάρμακα.

Διαπιστώθηκε ότι όταν το εμβόλιο χορηγήθηκε συνδυαστικά με τα άλλα φάρμακα, επιτεύχθηκε υψηλότερο μέσο ποσοστό διετούς επιβίωσης (80%), σε σχέση με όσες ασθενείς είχαν πάρει μόνο τα δύο φάρμακα (50%). Μάλιστα μία 46χρονη ασθενής με καρκίνο τετάρτου σταδίου είχε παραμείνει χωρίς καρκίνο πέντε χρόνια μετά τον εμβολιασμό της (28 δόσεις στη διάρκεια δύο ετών).

Στην ανάπτυξη και στη δοκιμή του εμβολίου καθοριστική συμβολή είχε ο διακεκριμένος Έλληνας ογκολόγος Γιώργος Κούκος, διευθυντής του Τμήματος Ογκολογίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Λωζάννης και ερευνητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια των ΗΠΑ. Συμμετείχαν, επίσης, ο Ιωάννης Ξενάριος του Ελβετικού Ινστιτούτου Βιοπληροφορικής στη Λωζάννη και η καθηγήτρια βιοστατιστικής Ουρανία Δαφνή του Τμήματος Νοσηλευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στην επιθεώρηση Science Translational Medicine.