Σύμφωνα με νέα δεδομένα, που παρουσιάστηκαν στις επιστημονικές συνεδρίες της Αμερικανικής Καρδιολογικής Ένωσης (AHA) 2018, που πραγματοποιήθηκαν τον Μάρτιο στη Νέα Ορλεάνη, όσοι πάσχουν από κατάθλιψη, ακόμη και αν ακολουθούν αγωγή για την αντιμετώπισή της, έχουν 30% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν τη συγκεκριμένη μορφή αρρυθμίας.

Σύμφωνα με τον κύριο Φώτη Ν. Πατσουράκο, καρδιολόγο, επιστημονικό διευθυντή του Ιδιωτικού Πολυϊατρείου Ηλιούπολης, το 1-3% του πληθυσμού της Ευρώπης πάσχει από κολπική μαρμαρυγή. Η παγκόσμια γήρανση αναμένεται να οδηγήσει σε διπλασιασμό του ποσοστού μέχρι το 2060, με συνέπεια τη σημαντική επιβάρυνση των ίδιων των ασθενών, των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης, αλλά και των γιατρών. Μια συνολική προσέγγιση, που θα προάγει τη διαχείριση των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου, θα μπορούσε να την περιορίσει.

Στους παράγοντες κινδύνου της κολπικής μαρμαρυγής - που είναι η ηλικία, καρδιαγγειακές παθήσεις και άλλες χρόνιες παθήσεις (π.χ. διαβήτης, μεταβολικό σύνδρομο, προβλήματα στον θυρεοειδή) η υπέρταση, η παχυσαρκία, η κατανάλωση αλκοόλ - η συγκεκριμένη μελέτη προσθέτει άλλον ένα τροποποιήσιμο παράγοντα, την κατάθλιψη. Η νόσος αυτή επηρεάζει, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο οργανισμό Υγείας, περί τα 300 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως. Οπότε, ένα αξιοσημείωτο ποσοστό επεισοδίων κολπικής μαρμαρυγής θα μπορούσε να αποφευχθεί, εάν εξαλείφονταν οι αιτίες που μπορούν να τα πυροδοτήσουν.

Στην πρόσφατη μελέτη, ερευνητές από τη Σχολή Ιατρικής του Keck του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες ανέλυσαν στοιχεία από το πρόγραμμα Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis (MESA). Σ’ αυτό έλαβαν μέρος περισσότεροι από 6.600 Αμερικανοί διαφόρων εθνικοτήτων, μέσης ηλικίας 62 ετών, χωρίς καρδιακή νόσο κατά την έναρξη της μελέτης, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν επί 13 χρόνια.

Αφού υποβλήθηκαν σε ένα κλινικό τεστ για την κατάθλιψη, οι ερευνητές, αναλύοντας τα αποτελέσματα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι εκείνοι που είχαν πετύχει υψηλότερη βαθμολογία και εκείνοι που είχαν λάβει αντικαταθλιπτικά φάρμακα αντιμετώπιζαν πάνω από 30% υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης κολπικής μαρμαρυγής, συγκριτικά με τα άτομα που είχαν πετύχει κανονικές βαθμολογίες και εκείνους που δεν είχαν λάβει φάρμακα για την κατάθλιψη.

Όπως δήλωσε ο ερευνητής Parveen Garg, MD, MPH, επίκουρος καθηγητής κλινικής ιατρικής στο Keck School of Medicine του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνια, εάν τα συμπεράσματα επιβεβαιωθούν από μελλοντικές μελέτες, θα μπορούσαν να σχεδιαστούν πιο στοχοποιημένες προσπάθειες για την πρόληψη της αρρυθμίας αυτής.

Οι ερευνητές δεν ανακάλυψαν ακόμη τον τρόπο, με τον οποίο η κατάθλιψη διαταράσσει την καρδιακή λειτουργία. Ενδεχομένως, όμως, να οφείλεται στα αυξημένα επίπεδα φλεγμονής ή στα αυξημένα επίπεδα ορισμένων ορμονών, που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τη διατήρηση του φυσιολογικού καρδιακού ρυθμού. Τα συμπεράσματά τους, πάντως, ενισχύουν εκείνα προηγούμενων μελετών, που έχουν δείξει ότι η κατάθλιψη αποτελεί παράγοντα κινδύνου γενικά για καρδιακή νόσο.

«Η διάγνωση της κολπικής μαρμαρυγής γίνεται με κλινική εξέταση και με τη διενέργεια ηλεκτροκαρδιογραφήματος. Επικουρικά μπορεί να ζητηθεί triplex καρδιάς και holter για την 24ωρη καταγραφή του καρδιακού ρυθμού. Τεστ κοπώσεως, αιματολογικές εξετάσεις και ακτινογραφίες ενδεχομένως να εντοπίσουν τις αιτίες πρόκλησης του επεισοδίου.

Η θεραπεία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και είναι φαρμακευτική ή επεμβατική. Σε κάθε, όμως, περίπτωση στοχεύει στην επαναφορά του φυσιολογικού ρυθμού, στην πρόληψη ενδεχόμενης θρόμβωσης και στη θεραπεία της αιτίας που προκαλεί την κολπική μαρμαρυγή. Στην περίπτωση δε που ο ασθενής δεν ακολουθήσει καμία αγωγή, τότε αντιμετωπίζει διπλάσιο κίνδυνο θανάτου από καρδιακές αιτίες, και πενταπλάσιο από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Η απόκτηση συνηθειών όπως η διατήρηση ενός φυσιολογικού βάρους, μέσω καλής διατροφής και άσκησης, ο περιορισμός του καπνίσματος και του αλκοόλ, ο έλεγχος του στρες και η θεραπεία της κατάθλιψης εάν επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης μελέτης, θα μπορούσαν να προστατεύουν από την εμφάνιση της νόσου», καταλήγει ο ειδικός.