Μελέτη του VA Center for Clinical Management Research στο Αν Άρμπορ του Μίσιγκαν έγινε σε 308 βετεράνους με διαβήτη (ως επί το πλείστον άνδρες, με μέση ηλικία τα 66 έτη), που όλοι είχαν ένα πρόσωπο στη ζωή τους - συχνά έναν σύζυγο ή ένα ενήλικο παιδί - που τους υποστήριξε ενεργά στην διαχείριση της κατάστασής τους.

Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν στο πόσο αγχωμένοι αισθάνθηκαν οι πάσχοντες λόγω της ασθένειάς τους και πόσοι φίλοι και αγαπημένοι τους αναγνώρισαν τα συναισθήματά τους και επαίνεσαν τις προσπάθειές τους να κάνουν πράγματα όπως να τρώνε σωστά, να ασκούνται, να παίρνουν φάρμακα και να ελέγχουν το σάκχαρο στο αίμα τους.

Όπως αναμενόταν, οι ασθενείς με τη μεγαλύτερη συναισθηματική δυσχέρεια - εξαιτίας της διαχείρισης του διαβήτη - τείνουν να έχουν υψηλότερα επίπεδα σακχάρου στο αίμα από ό, τι οι άνθρωποι που δεν αισθάνονται πολύ στρες, εξαιτίας της σοβαρής ασθένειας.

Αλλά όταν οι πιο αγχωμένοι άνθρωποι είχαν κοντά τους έναν υποστηρικτή, που τους πρόσφερε θετική ενθάρρυνση, είχαν υγιέστερα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, παρόμοια με εκείνα των ασθενών, που δεν είχαν πολύ άγχος.

"Τα υψηλά επίπεδα δυσφορίας, η οποία σχετίζεται με τον διαβήτη, μπορεί να κάνουν τους ασθενείς να αισθάνονται συγκλονισμένοι και ανίσχυροι να διαχειριστούν την πάθησή τους. 

Αυτές οι σκέψεις και τα συναισθήματα μπορεί να υπονομεύσουν τις καθημερινές προσπάθειες που απαιτούνται για τη διαχείριση του διαβήτη, όπως η λήψη των φαρμάκων, η άσκηση, η υγιεινή διατροφή και ο έλεγχος των επιπέδων του σακχάρου", επεσήμανε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Aaron Lee.

Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στην έκδοση Diabetes Care

Όπως διαπιστώθηκε, τέλος, το πείραγμα, η κριτική και η καταδίκη των ασθενών για την αποτυχία τους να χειρίζονται καλά τη νόσο μπορεί συχνά να κάνουν τα πράγματα χειρότερα.