Με περαιτέρω άνοδο της τάξης του 8% ξεκίνησε η φετινή χρονιά για την αγορά γενοσήμων, η οποία εξακολουθεί να εμφανίζει κάποια ιδιαίτερα στοιχεία. Το πρώτο, που το βλέπουμε έτσι κι αλλιώς αρκετό καιρό τώρα είναι ότι αν και ο όγκος ανεβαίνει αυτό δε μεταφράζεται ταυτόχρονα σε αύξηση του τζίρου και σε ενίσχυση του μεριδίου των γενοσήμων στη συνολική φαρμακευτική αγορά. Το δεύτερο είναι ότι πλέον τα γενόσημα δεν είναι μία «ελληνική υπόθεση, καθώς δύο ισχυρές πολυεθνικές έχουν μπει δυναμικά στην αγορά με συνολικό μερίδιο από πλευράς πωλήσεων της τάξης του 6,1% από 4,7% στις αρχές του 2017. 

Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, οι οποίες βασίζονται στα στοιχεία που συγκεντρώνει από την αλυσίδα φαρμακείων IQVIA, συνολικά οι πωλήσεις φαρμάκων από πλευράς όγκου στο δίκτυο των ιδιωτικών φαρμακείων το διάστημα Ιανουαρίου - Μαρτίου 2018, σημείωσαν άνοδο της τάξης του 3% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Την ίδια στιγμή από πλευράς τζίρου σε τιμές παραγωγού, η αγορά κινήθηκε επίσης ανοδικά αλλά με ρυθμό της τάξης του 1,5%. 
Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία  ο όγκος των διακινούμενων φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων στους πρώτους 3 μήνες, προσέγγισε τα περίπου 100 εκατ. τεμάχια. Επίσης  από πλευράς αξίας (δηλαδή στοιχεία πωλήσεων στα φαρμακεία σε χονδρικές τιμές) ο τζίρος έφτασε στα περίπου 687 εκατ. ευρώ.

Το ίδιο διάστημα το μερίδιο των γενοσήμων, παρά την άνοδο των πωλήσεων είναι σταθερό σε σχέση με πέρυσι, και φαίνεται να παγιώνεται αρκετά μακριά από το μνημονιακό στόχο για άνω του 40%. Συγκεκριμένα για το σύνολο της φαρμακευτικής αγοράς (από πλευράς αξίας) βρίσκεται στα επίπεδα του 18%, ενώ από πλευράς όγκου είναι της τάξης του 22% έναντι 21% πέρυσι. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι η όποια διείσδυση επιτυγχάνεται είναι δυσανάλογη των δραματικών μειώσεων των τιμών. 

Όσον αφορά στα πρωτότυπα φάρμακα, on patent και off patent, στο πρώτο τρίμηνο του 2018 φαίνεται ότι τόσο από πλευράς τζίρου όσο και από πλευράς όγκου κινούνται  με άνοδο της τάξης του 1,5%. Αν και λόγω των διεθνών επιχειρηματικών κινήσεων των ομίλων, αλλάζει η σειρά στην κορυφή της λίστας των πολυεθνικών φαρμακευτικών, οι εταιρείες αυτές διατηρούν τη δυναμική τους, με εξαίρεση τη Novartis η οποία σημειώνει υποχώρηση πωλήσεων της τάξης του 8%. Από την άλλη μεριά η νέα γενιά αντιπηκτικών φαίνεται ότι τονώνει τις πωλήσεων των εταιρειών που έχουν κάνει τα σχετικά λανσαρίσματα φαρμάκων την προηγούμενη διετία. 
Φαίνεται λοιπόν από τα πρώτα στοχιεία ότι η αγορά για μια ακόμη χρονιά ξεφεύγει, γεγονός το οποίο δικαιολογεί και τη σημαντική υπέρβαση της δαπάνης κατά το πρώτο τρίμηνο (εδώ

Γενόσημα
Όπως σημειώνεται ακόμη από πληροφορίες της αγοράς, οι πωλήσεις τουλάχιστον των μισών γενοσήμων παρουσιάζουν μειώσεις από πλευράς αξίας όταν μάλιστα το 40% αυτών έχει παρουσιάζει αύξηση όγκου. Η Κυβέρνηση με βάση τα λεγόμενά της επιδιώκει την αύξηση του μεριδίου των γενοσήμων εξετάζοντας κάποια σενάρια τα οποία έχουν να κάνουν και με την τιμολόγηση. Σύμφωνα με το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας κ. Γιώργο Γιαννόπουλο, τα θεσμικά μέτρα που σχεδιάζονται σχετικά με την τιμολόγηση των γενοσήμων (αμέσως μετά την έκδοση του δελτίου τιμών του Μαΐου 2018 για την εφαρμογή στο δελτίο του Νοεμβρίου 2018) αφορούν κυρίως την επαναφορά κατώτατης τιμής (ΚΗΘ) και τον καθορισμό ίδιας τιμής για τα ίδια γενόσημα, ενώ ταυτόχρονα για τα υπό καθεστώς προστασίας φάρμακα συζητιέται η επανεξέταση του «καλαθιού» των τιμών αναφοράς. 
Τονίζει ακόμη ότι «ο στόχος της αυξημένης διείσδυσης γενοσήμων παραμένει ανεκπλήρωτος και τη στιγμή αυτή βρίσκονται σε φάση ολοκλήρωσης της επεξεργασίας τους μέτρα που θα εστιάζουν στο επίπεδο του φαρμακείου δηλαδή κίνητρα για τους ασθενείς σχετιζόμενα με το ποσοστό συμμετοχής, αντικίνητρα για τους φαρμακοποιούς».

Όπως αναφέραμε δυναμικά εισέρχονται πλέον στο χώρο οι πολυεθνικές δυνάμεις του κλάδου, και συγκεκριμένα η Mylan και η Sandoz θυγατρική της εταιρείας Novartis. Επιχειρηματικά επίσης ο χώρος των γενοσήμων είναι αυτός που έχει προκαλέσει και σειρά σημαντικών επενδύσεων στον κλάδο του φαρμάκου τα τελευταία χρόνια. 
Σύμφωνα μάλιστα με τον πρόεδρο της ΠΕΦ κ. Θεόδωρο Τρύφων, το clawback στη χώρα μας που φτάνει στο πρωτοφανές ποσοστό του 38% έναντι ποσοστού 7-8% στην υπόλοιπη Ευρώπη, επιτείνει δραματικά το ασφυκτικό περιβάλλον στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν σήμερα οι αμιγώς ελληνικές φαρμακευτικές. Μάλιστα προτείνει τον συμψηφισμό του clawback με τα κεφάλαια τα οποία δαπανούν για επενδύσεις οι ελληνικές βιομηχανίες και τονίζει γενικότερα ότι χρειάζονται μεγαλύτερες φορολογικές απαλλαγές και αποσβέσεις, για την έρευνα και ανάπτυξη (εδώ).