Την προηγούμενη εβδομάδα έντονη ήταν οι αντίδραση των εκπροσώπων του κλάδου των διαγνωστικών κέντρων, στις ανακοινώσεις του ΕΟΠΥΥ για ανακοστολόγηση των εξετάσεων αλλά και για παγίωση του προϋπολογισμού του οργανισμού στα χαμηλά επίπεδα των περίπου 300 εκατ. ευρώ. Οι επιστήμονες της υγείας που εργάζονται στον εν λόγω κλάδο  αναφέρονται στις καταστροφικές συνέπειες μιας τέτοιας διαδικασίας , ειδικά σε μια περίοδο όπου η ζήτηση για εξετάσεις διαρκώς αυξάνεται. 
Την ίδια στιγμή όμως, πάνω στην ζωτικής σημασίας λειτουργία των διαγνωστικών κέντρων, έχει αναπτυχθεί μια αξιόλογη, με βάση τους οικονομικούς όρους, επιχειρηματική δραστηριότητα, που ακόμη και μέσα στην κρίση κατάφερνε να έχει και ικανοποιητική κερδοφορία. Βέβαια η κερδοφόρος αυτή δραστηριότητα παρουσίασε πέρυσι σημαντική κάμψη, όμως και πάλι δεν θα έλεγε κανείς ότι ήταν αμελητέα. 

Η διαπίστωση αυτή προκύπτει από την ανάλυση των οικονομικών στοιχείων των εταιρειών που δημιούργησαν οι επιστήμονες της υγείας, προκειμένου να δραστηριοποιηθούν στον τομέα των διαγνωστικών εξετάσεων, ένα υποκλάδο της μεγάλης «επιχειρηματικής οικογένειας» των εταιρειών  παροχής υπηρεσιών ιδιωτικής υγείας. Αξίζει βέβαια να τονίσουμε πως η συγκεκριμένη αγορά είναι από τις πλέον κατακερματισμένες με πολλές ιδιαίτερα μικρού μεγέθους εταιρείες, αν και τη μερίδα του λέοντος έχει κατακτήσει ένα μικρός αριθμός επιχειρήσεων. 
Σύμφωνα λοιπόν με την ανάλυση των ισολογισμών 109 εταιρειών, τα οποία συγκέντρωσε η εταιρεία επιχειρηματικής πληροφόρησης Ιnfobankhellastat, προκύπτει ότι ο συνολικός τζίρος των διαγνωστικών κέντρων ήταν το 2014 της τάξης των 226 εκατ. ευρώ. Την ίδια στιγμή τα συνολικά λειτουργικά αποτελέσματα ήταν περίπου 49 εκατ. ευρώ με την πλειονότητα των εταιρειών να σημειώνει κέρδη. Από την άλλη μεριά όμως το τελικό καθαρό αποτέλεσμα για το σύνολο του κλάδου, δηλαδή τα προ φόρων αποτελέσματα, ήταν ζημιές της τάξης των 3-4 εκατ. ευρώ, αν από το σύνολο των εταιρειών εξαιρεθεί η ηγέτιδα του κλάδου Βιοϊατρική. Η συγκεκριμένη εταιρεία η οποία έχει μερίδιο αγοράς που υπολογίζεται στο 35%, σημειώνει σημαντικά κέρδη και αν συμπεριληφθεί στο άθροισμα των υπολοίπων 108 εταιρειών αλλάζει τη συνολική εικόνα. Να σημειώσουμε ακόμη ότι από τις εταιρείες αυτές οι 79 έχουν τζίρο κάτω από 1,5 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας την αναφορά που κάναμε προηγουμένως για έντονο κατακερματισμό τους κλάδου. 

Εξετάζοντας περαιτέρω τους ισολογισμούς των εταιρειών λειτουργίας ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων για την περίοδο 2011-2014, διαπιστώνουμε ότι το μέσο ετήσιο περιθώριο μικτού κέρδους κυμαίνονταν κοντά στο 42%, διόλου ευκαταφρόνητο θα έλεγε κανείς. Αντίστοιχα  το μέσο περιθώριο καθαρών κερδών διαμορφώθηκε στο 24%-25% αν και πέρυσι υποχώρησε στο 18%. Εδώ όμως επισημαίνουμε και πάλι πως την εικόνα επηρεάζει έντονα η Βιοϊατρική
Παράλληλα παρατηρώντας και  άλλα οικονομικά στοιχεία βλέπουμε επίσης ότι οι επενδύσεις στο συγκεκριμένο κλάδο είναι αρκετά αποδοτικές. Ειδικότερα ο μέσος δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων των διαγνωστικών κέντρων κυμάνθηκε σε σχετικά υψηλά επίπεδα κατά τη διάρκεια περίοδο 2011-2013 κινούμενο μεταξύ 22% και 31%. Υποχώρησε βέβαια σημαντικά πέρυσι στο 3,3% καθώς όπως είπαμε η πλειονότητα των εταιρειών παρουσίασε ζημιές. 

Επιδιώκοντας τη διαχρονική καταγραφή των στοιχείων, διαπιστώνουμε ότι ο κλάδος σήμερα βρίσκεται από πλευράς τζίρου κοντά στα επίπεδα του 2008 όταν οι συνολικές πωλήσεις είχαν διαμορφωθεί στα 219 εκατ. ευρώ. Ο τζίρος κορυφώθηκε το 2012, χρονιά μεγάλη ύφεσης για την ελληνική οικονομία πλησιάζοντας τα 260 εκατ. ευρώ. Από πλευράς κερδών ο κλάδος σημείωνε σημαντικά αποτελέσματα, με καλύτερη χρονιά το 2009 οπότε και οι εταιρείες που συμμετέχουν στο δείγμα των 109, είχαν συνολικά κέρδη 51,35 εκατ. ευρώ, ενώ το 2013 υποχώρησαν στα 27,6 εκατ. ευρώ και πέρυσι στα 7 εκατ. ευρώ. 
Θα πρέπει να επισημάνουμε και πάλι ότι τα μεγέθη επηρεάζονται από την Βιοϊατρική η οποία υπέστη και  το μεγάλο κόστος από rebate και clawback και έτσι επέδρασε αρνητικά στην πτώση του τζίρου. Μάλιστα εάν εξαιρούσαμε την επίπτωση αυτή για το 2014, ο συνολικό τζίρος τους κλάδου θα ήταν αρκετά υψηλότερα από τα 226 εκατ.  ευρώ. 
Τέλος αξίζει μία αναφορά και στο χρόνο που εξοφλούνται τα διαγνωστικά κέντρα και ο οποίος με βάση τα στοιχεία του 2014 φτάνει τις 248 μέρες, ενώ η χειρότερη χρονιά ήταν το 2012 όπου έφτασε τις 281 ημέρες. Αντίστοιχα και οι ίδιες οι εταιρείες εξοφλούν αρκετά καθυστερημένα - αλλά συντομότερα - τους προμηθευτές τους και συγκεκριμένα σε 191 ημέρες. 
 

Εργαστήρια
Όσον αφορά τώρα μόνο τις εργαστηριακές εξετάσεις, η κατάσταση είναι πολύ. Σύμφωνα με εκπρόσωπο του εν λόγω υποκλάδου, ο συνολικός τζίρος για περίπου 2500 εργαστήρια είναι της τάξης των 200 εκατ. ευρώ το 2014, εκ των οποίων ο ΕΟΠΥΥ κάλυψε τα 160 εκατ. ευρώ ενώ το υπόλοιπό ποσό των 40 εκατ. ευρώ καλύφθηκε από τους ιδιώτες.  
Όπως σημειώνει η μέση αποζημίωση ανά εξέταση από τον ΕΟΠΥΥ είναι 4 ευρώ ενώ η μέση αξία αποζημιωμένου παραπεμπτικού από τον οργανισμό είναι 13 ευρώ. Ο μέσος όρος αιμοληψιών ανά εργαστήριο  φτάνει τις 20 και το μέσο μεικτό κέρδος ανά εργαστήριο είναι κάτω των 2.000 ευρώ. Με βάση τα στοιχεία αυτά, σχολιάζει χαρακτηριστικά ότι: «αν βάλεις και το ότι τα εργαστήρια πληρώνονται με μεγάλη καθυστέρηση από τον ΕΟΠΥΥ, απαιτούνται μαθηματικά και οικονομικά εξωπραγματικά για να είναι βιώσιμα, σε συνδυασμό και τη μείωση του ετήσιου προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ καθώς και τη μείωση των τιμών αποζημίωσης».
Η όλη αυτή κατάσταση λοιπόν, πιθανότατα θα οδηγήσει σε συγκέντρωση στον κλάδο, γεγονός που ίσως ευνοήσει τις πιο οργανωμένες δομές.