Πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία αποτελεί η πρόθεση της Κυβέρνησης να θεσμοθετήσει πάνω από 70 κλειστούς προϋπολογισμούς στο πλαίσιο ενός κλειστού προϋπολογισμού για τη συνολική φαρμακευτική δαπάνη.

Πολύ περισσότερο, όταν αυτοί οι κλειστοί προϋπολογισμοί θα υπολογιστούν με βάση αναφορές σε άλλες χώρες, χωρίς τεκμηρίωση και επιστημονική προσέγγιση, χωρίς επιδημιολογικά και δημογραφικά δεδομένα της χώρας μας και χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψιν οι θεραπευτικές πρακτικές της χώρας, με αποτέλεσμα να μπαίνουν σε κίνδυνο οι ασθενείς.

Τα παραπάνω επισημαίνουν  μεταξύ άλλων σε κοινή επιστολή τους οι πρόεδροι του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ) Ολύμπιος Παπαδημητρίου και της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ) Θεόδωρος Τρύφων, με αφορμή την πρόταση που ανακοινώθηκε στην τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής Παρακολούθησης της Φαρμακευτικής Δαπάνης για την εισαγωγή κλειστών προϋπολογισμών ανά θεραπευτική κατηγορία.

Σε ότι αφορά τη φαρμακευτική βιομηχανία, οι εκπρόσωποί της επισημαίνουν πως σύσσωμος ο κλάδος εκφράζει την αντίθεσή του στο μέτρο αυτό, διότι στην πράξη κατακερματίζει τη φαρμακευτική δαπάνη σε μικρότερους προϋπολογισμούς χωρίς πραγματικά υγειονομικά δεδομένα, και αντί για δικαιότερη κατανομή του clawback, προχωρεί σε κατάτμησή του και μάλιστα χωρίς διαφάνεια.

Και αυτό συμβαίνει την ώρα που ήδη από το α΄ τρίμηνο του έτους, η αύξηση του clawback έχει φτάσει το 43% χωρίς να μπορεί στην πραγματικότητα να ελεγχθεί για το υπόλοιπο της χρονιάς.

Οι εκπρόσωποι της φαρμακοβιομηχανίας σημειώνουν πως δύο είναι τα μεγάλα προβλήματα στον τομέα του φαρμάκου: 
1) η αδυναμία του Κράτους να ελέγξει την ορθολογική χρήση και τη συνταγογράφηση των φαρμάκων και 
2) το χαμηλό κονδύλι για τη φαρμακευτική δαπάνη

Και πάλι όμως επιλέγεται ένα οριζόντιο μέτρο που δημιουργήσει περαιτέρω σύγχυση και αδιαφάνεια, με άμεσες αρνητικές επιπτώσεις στους ασθενείς, στο ίδιο το σύστημα Υγείας και στις εταιρίες του κλάδου. 

Και αυτό τη στιγμή που η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη έχει οριστεί στο 1,945 δισ. ευρώ, ποσό αυθαίρετα οριοθετημένο, χωρίς καταγραφή των πραγματικών αναγκών των ασθενών.
Η οποιαδήποτε υπέρβαση μετατοπίζεται στη φαρμακοβιομηχανία, φθάνοντας τα 480 εκ. ευρώ το 2017, ενώ για το 2018 εκτιμάται πως θα υπερβεί τα 600 εκ.ευρώ, φθάνοντας σε ένα ποσοστό επί της δαπάνης, τετραπλάσιο του αντίστοιχου ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Το μέτρο των κλειστών προϋπολογισμών ανά θεραπευτική κατηγορία (ATC4), δεν αποτελεί μέτρο μείωσης της υπέρβασης ως μνημονιακό στόχο, αλλά μέτρο αναδιανομής μεταξύ ομάδων ασθενών και φαρμάκων, αλλά όχι απαραίτητα και μεταξύ εταιριών, όπου με κανέναν τρόπο δεν καθίσταται δικαιότερος. Αντίθετα,  θα οξύνει τις αδικίες, και θα δημιουργήσει και εύνοιες, τη στιγμή που θα έπρεπε να επιλεγούν μέτρα που θα ενισχύσουν τον έλεγχο της δαπάνης και τη δημιουργία συνθηκών εξεύρεσης επιπλέον κονδυλίων για τους ανασφάλιστους και την πρόληψη. 

ΣΦΕΕ και ΠΕΦ ζητώντας την απόσυρση του μέτρου, υπογραμμίζουν πως είναι κοινή η παραδοχή ότι η φαρμακευτική δαπάνη δεν επαρκεί να καλύψει τις ανάγκες της χώρας και καλούν τους αρμόδιους φορείς σε επαναπροσδιορισμό της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης στη βάση των πραγματικών αναγκών του πληθυσμού, ώστε να διασφαλίζεται η επαρκής χρηματοδότηση και ως εκ τούτου η πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών στα φάρμακα, ο εξορθολογισμός του δημόσιου συστήματος Υγείας, αλλά και η βιωσιμότητα του φαρμακευτικού κλάδου. 

Επισημαίνουν πως απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εφαρμογή μέτρων, όπως η ανάπτυξη Μητρώου Ασθενειών, η πλήρης εφαρμογή θεραπευτικών πρωτοκόλλων και το κλείδωμα της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης από την ΗΔΙΚΑ, ώστε να αποφεύγεται η υπερσυνταγογράφηση.