Στο 29,9% έφτασε ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 2017, που σημαίνει ότι για κάθε άτομο ηλικίας 65 ετών και πάνω, αντιστοιχούν περίπου τρία άτομα ενεργού πληθυσμού.

Σύμφωνα με την Eurostat, η πορεία ανόδου έχει ξεκινήσει εδώ και μια 20ετία, οπότε υπήρχαν περίπου πέντε άτομα σε ηλικία εργασίας για κάθε άτομο ηλικίας 65 ετών και άνω. Δέκα χρόνια αργότερα, ο λόγος ήταν 4:1 και σήμερα είναι κοντά στο 3:1. 

Ένας στους πέντε στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ηλικίας άνω των 65 ετών, καθώς τα άτομα αυτά αποτελούν το 19,4% του πληθυσμού και υπολογίζονται περίπου σε 100 εκατομμύρια άνθρωποι.

Ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων θεωρείται παραδοσιακά ως ένδειξη του επιπέδου υποστήριξης που διατίθεται για ηλικιωμένους ηλικίας 65 ετών και άνω από τον ενεργό πληθυσμό (σε ηλικία εργασίας  15 έως 64 ετών). Επίσης, απεικονίζει τους γηρασμένους πληθυσμούς.

Τα υψηλότερα επίπεδα παρατηρούνται στην Ιταλία, την Ελλάδα και τη Φινλανδία, ενώ τα χαμηλότερα στο Λουξεμβούργο και την Ιρλανδία.

Το 2017, απ όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, ο δείκτης εξάρτησης των ηλικιωμένων ήταν υψηλότερος στην Ιταλία (34,8%), την Ελλάδα (33,6%) και τη Φινλανδία (33,2%), ενώ ακολουθούν η Πορτογαλία (32,5%) και η Γερμανία (32,4%).

Αντίθετα, οι χαμηλότερες αναλογίες καταγράφηκαν στο Λουξεμβούργο (20,5%) και στην Ιρλανδία (20,7%), έναντι της Σλοβακίας (21,5%) και της Κύπρου (22,8%). Σε αυτά τα κράτη μέλη αντιστοιχούν περίπου πέντε άτομα για κάθε ηλικιωμένο άνω των 65 ετών.

Σε άνοδο σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, με εξαίρεση το Λουξεμβούργο. Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών, ο δείκτης εξάρτησης των ηλικιωμένων έχει αυξηθεί σε όλα τα κράτη μέλη, με εξαίρεση το Λουξεμβούργο, όπου μειώθηκε από 21,2% το 1997, σε 20,5% το 2017 (-0.7 ποσοστιαίες μονάδες).

Οι μεγαλύτερες αυξήσεις μεταξύ 1997 και 2017 καταγράφηκαν στη Φινλανδία (από 21,7% σε 33,2% και +11,5 ποσοστιαίες μονάδες), στη Μάλτα (10,7 εκατοστιαίες μονάδες), τη Σλοβενία (10,1 ποσοστιαίες μονάδες), τη Λιθουανία και την Πορτογαλία (από 9,8 εκατοστιαίες μονάδες σε κάθε μία), την Ελλάδα (+9,7 ποσοστιαίες μονάδες), την Ιταλία (+9,6 ποσοστιαίες μονάδες), την Γερμανία και Λετονία (+9,4 μονάδες στην κάθε μία).

Αντίθετα, οι αυξήσεις ήταν ηπιότερες στην Ιρλανδία (από 17,4% το 1997 σε 20,7% το 2017 δηλαδή 3,3 εκατοστιαίες μονάδες), το Ηνωμένο Βασίλειο (+3,7 εκατοστιαίες μονάδες), το Βέλγιο (3,9 ποσοστιαίες μονάδες) και στη Σουηδία (4,2 ποσοστιαίες μονάδες).