Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι τα συμπεράσματα έρευνας η οποία ολοκληρώθηκε το 2017 από τους Γ. Καδιγιαννόπουλο, Ε. Γαλανοπούλου και Α. Γαλανόπουλο* σχετικά με τα προγράμματα αγωγής υγείας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, και αφορούσε το περιεχόμενο των εγκεκριμένων σχολικών προγραμμάτων και τις ειδικότητες των εκπαιδευτικών που τα υλοποιούν. Με κριτήριο τη σχετική υπουργική εγκύκλιο πραγματοποιήθηκε ταξινόμηση των προγραμμάτων, τα οποία υλοποιήθηκαν σε σχολικές μονάδες δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Α΄ Αθήνας και στις περιφερειακές ενότητες του Ηρακλείου Κρήτης και της Κοζάνης** για τα σχολικά έτη 2012–2017. 

Όπως φαίνεται σε πρώτο επίπεδο από την έρευνα, τη σχολική περίοδο 2012-2013 μελετήθηκαν 99 προγράμματα αγωγής υγείας, αριθμός που υποχώρησε στα μόλις 51 την περίοδο 2016-2017. Σύμφωνα με την έρευνα και όπως θα θεωρούνταν λογικό, παρατηρείται αυξημένη εστίαση σε θέματα υγείας, ψυχικής υγείας και κοινωνικής και συναισθηματικής ανάπτυξης όμως την ίδια στιγμή διαπιστώνεται μικρό ή μηδενικό ενδιαφέρον για θέματα αγωγής καταναλωτή, ανθρωπίνων δικαιωμάτων-δημοκρατίας, ποιότητα ζωής, κυκλοφοριακή αγωγή. 

Συγκεκριμένα διαπιστώνεται ότι τα τελευταία έτη, η συντριπτική πλειονότητα των προγραμμάτων αγωγής υγείας στις υπό μελέτη περιοχές ασχολείται με ζητήματα που εντάσσονται στην κατηγορία «Μαθαίνω για τη ζωή» και ειδικότερα σε υποκατηγορίες της, όπως η υγεία, η ψυχική υγεία και η κοινωνικο-συναισθηματική ανάπτυξη. Συνολικά οι κατηγορίες αυτές την περίοδο 2012-13 αποσπούσαν το 90%, το 2013-14 το 65%, το 2014-15 το 77%, το 2015-16 επίσης το 77% και το 2016-17 το 82%. 
Όπως περιγράφεται στην έρευνα, πιθανόν η υψηλή προτίμηση που εμφανίζεται στα ζητήματα τα οποία άπτονται της ψυχικής υγείας και της κοινωνικής και συναισθηματικής ανάπτυξης να οφείλεται στην αντίστοιχη σημαντική προβολή που αυτά έχουν τύχει από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα τελευταία έτη. 

Ιδιαίτερο προβληματισμό πάντως προκαλεί το γεγονός ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό των προγραμμάτων αγωγής υγείας ασχολούνται με την κυκλοφοριακή αγωγή (από 4% έως 1%), παρ’ όλο που στον ελλαδικό χώρο υφίστανται σημαντικά προβλήματα σε αυτόν τον τομέα. Επίσης, ζητήματα αγωγής καταναλωτή, ανθρωπίνων δικαιωμάτων-δημοκρατίας κ.ά. φαίνεται ότι δεν ελκύουν το ενδιαφέρον μαθητών και εκπαιδευτικών, ενώ σταδιακά αρχίζει να εντείνεται το ενδιαφέρον για θέματα ποιότητας ζωής και υγείας-ιστορίας-τέχνης. 

Ιδιαίτερου επίσης σχολιασμού χρήζει η χαμηλή ενασχόληση με θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων-δημοκρατίας (μόνο στις περιόδους 2013-14 και 2014-15 απέσπασε τι 18% και 15% σαν τα υψηλότερα ποσοστά), μολονότι στις θεματικές της εν λόγω υποκατηγορίας περιλαμβάνονται ζητήματα όπως τα προβλήματα φτώχειας, αναλφαβητισμού, κοινωνικού αποκλεισμού, ισότητας ευκαιριών, ρατσισμού και ξενοφοβίας, τα οποία βρίσκονται στο προσκήνιο σε κοινωνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και του συνεχούς μεταναστευτικού ρεύματος. 
Μηδενικά ή δραματικά χαμηλά ποσοστό (μεταξύ 2% κι 5%) κατέχουν επίσης και τα προγράμματα που αφορούν την αγωγή καταναλωτή, όταν έχει διαπιστωθεί στη χώρα υψηλή κατανάλωση σε αλκοόλ , τσιγάρων αλλά και σε μη κατάλληλη διατροφή που εκτοξεύει τα ποσοστά παχυσαρκίας. 

Οι «ειδικοί» 
Αρνητική εντύπωση προκαλεί, επίσης, η σταδιακή μείωση του αριθμού των υλοποιούμενων προγραμμάτων αγωγής υγείας, όπως αναφέραμε, η οποία πιθανότατα να οφείλεται σε ποικίλους παράγοντες όπως το μειωμένο ενδιαφέρον μαθητών και εκπαιδευτικών για τα σχετικά θέματα, η δυσκολία επεξεργασίας των συγκεκριμένων θεμάτων, η μη δυνατότητα συμπλήρωσης ωραρίου ή υπερωριακής απασχόλησης των εκπαιδευτικών κ.ά. 

Για να διερευνηθεί ποιες ειδικότητες εκπαιδευτικών υλοποιούν προγράμματα αγωγής υγείας, πραγματοποιήθηκε η διάκριση των εκπαιδευτικών σε ειδικότητες σχετικές ή μη με τα ζητήματα αγωγής υγείας. Στην πρώτη κατηγορία εντάχθηκαν οι ειδικότητες της Ιατρικής, της Νοσηλευτικής, της Βιολογίας, της Χημείας, της Φυσικής Αγωγής και της Οικιακής Οικονομίας, ενώ στη δεύτερη κατηγορία το σύνολο των υπολοίπων ειδικοτήτων. 
Μελετώντας τα αποτελέσματα διαπιστώνεται ότι προγράμματα αγωγής υγείας υλοποιούν στην πλειονότητά τους ειδικότητες οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με τα συγκεκριμένα ζητήματα. Μάλιστα κατά την πιο πρόσφατη σχολική περίοδο ήτοι 2016 – 2017 Αθήνα και Κοζάνη φαίνεται ότι οι μη σχετικές ειδικότητες υλοποίησαν τα 3 στα 4 προγράμματα ενώ στο Ηράκλειο τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα καθώς υλοποίησαν τα 2 στα 3. Το εν λόγω εύρημα είναι αναμενόμενο να προκαλεί σκεπτικισμό αναφορικά με την εγκυρότητα των μεταδιδόμενων γνώσεων και την αποτελεσματικότητα των υλοποιούμενων προγραμμάτων αγωγής υγείας. 

* Γ. Καδιγιαννόπουλος, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων , Ε. Γαλανοπούλου, Ελληνοαμερικανική Ένωση, Α. Γαλανόπουλος Αιματολογική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γ. Γεννηματάς»

** Οι συγκεκριμένες περιοχές επιλέχθηκαν με κριτήριο ότι αποτελούν τις μεγαλύτερες στις εκπαιδευτικές τους περιφέρειες, καθώς σε αυτές φοιτά το 26,7% του συνολικού μαθητικού πληθυσμού και εργάζεται το 37,3% του συνόλου των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οπότε η έρευνα μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική.