Οι γιατροί έδιναν στην μηχανικό Judy Perkins από τη Φλόριντα των ΗΠΑ τρεις μήνες ζωής. Δυο χρόνια μετά, γερή και δυνατή μετά την μεγάλη της περιπέτεια με τον καρκίνο του μαστού, έχει κάθε λόγο να χαμογελά και να είναι αισιόδοξη για το μέλλον. 

Η θεραπεία είναι πειραματική - όπως ανέφεραν αμερικανοί ερευνητές στο Nature Medicine - αλλά ελπιδοφόρα και αφορά στην έγχυση "ζωντανού φαρμάκου", που φτιάχνεται από τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος του ασθενούς. 

Η πρωτότυπη ανοσοθεραπεία, η οποία πέτυχε εκεί που όλες οι άλλες συμβατικές θεραπείες δεν τα κατάφεραν, σηματοδοτεί την πρώτη επιτυχή εφαρμογή της ανοσοθεραπείας Τ-κυττάρων για καρκίνο του μαστού τελευταίου σταδίου.

Η 49χρονη γυναίκα επιλέχθηκε να υποβληθεί σε αυτήν μετά από αρκετές χημειοθεραπείες, που απέτυχαν να σκοτώσουν τους όγκους, μεγέθους μπάλας του τένις, που είχαν αρχίσει να εξαπλώνονται στο ήπαρ της. Την ανέλαβε μια επίλεκτη επιστημονική ομάδα, με επικεφαλής τον Dr Steven Rosenberg του Εθνικού Ινστιτούτου Καρκίνου (NCI) στο Μέριλαντ των ΗΠΑ.

"Περίπου μια εβδομάδα μετά την θεραπεία άρχισα να νιώθω κάτι, είχα έναν όγκο στο στήθος μου, που ένιωθα να συρρικνώνεται. Χρειάστηκε άλλη μια εβδομάδα ή δύο για να εξαφανιστεί", είπε η ασθενής, που θυμάται την πρώτη της εξέταση μετά την όλη διαδικασία, όταν το ιατρικό προσωπικό «ήταν πολύ ενθουσιασμένο και χοροπηδούσε».

Τότε της είπαν ότι ήταν πιθανό να θεραπευτεί. Τώρα γεμίζει το σακίδιό της, κάνει καγιάκ και μόλις πήρε πέντε εβδομάδες άδεια για να περιπλανηθεί στη Φλόριντα.

Μετά την γενετική ανάλυση των όγκων της ασθενούς, για να εντοπισθούν οι συγκεκριμένες καρκινικές μεταλλάξεις, ελήφθησαν επιλεγμένα λεμφοκύτταρα (TIL) από το αίμα της, καλλιεργήθηκαν σε μεγάλες ποσότητες στο εργαστήριο (περίπου 90 δισεκατομμύρια) και μετά εισήχθησαν ξανά στο σώμα της, μαζί με ένα φάρμακο (pembrolizumab), που βοηθά το ανοσοποιητικό σύστημα να επιτίθεται στα καρκινικά κύτταρα.

Η μελέτη είναι σε εξέλιξη και οι επιστήμονες εξήγησαν ότι χρειάζονται περισσότερες δοκιμές σε μεγαλύτερο αριθμό ασθενών, για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητα της νέας θεραπείας, προτού χρησιμοποιηθεί ευρύτερα στην κλινική πρακτική.

Στην ερευνητική ομάδα συμμετείχε και ο ελληνικής καταγωγής Νικόλαος Ζαχαράκης.