Επισφαλής είναι η σύνδεση της φαρμακευτικής δαπάνης με την πορεία του ΑΕΠ, για την πραγματική κάλυψη των αναγκών των ασθενών, επισημαίνει ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ), σε υπόμνημά του που κατέθεσε στη Βουλή χθες, με αφορμή την κατάθεση του Πολυνομοσχεδίου με τα προαπαιτούμενα για το κλείσιμο της 4ης  αξιολόγησης.

Ο ΣΦΕΕ επισημαίνει ότι σε περίπτωση μείωσης του ΑΕΠ υπάρχει κίνδυνος περαιτέρω μείωσης της φαρμακευτικής δαπάνης, τη στιγμή που ήδη είναι παραδεκτό και από την Πολιτεία ότι οι διαθέσιμοι πόροι δεν επαρκούν.

Παράλληλα, καταγγέλλει την αποτυχία του μέτρου του clawback και των συνολικών υποχρεωτικών επιβαρύνσεων (και rebate) που έχουν οδηγήσει τη φαρμακοβιομηχανία να επιστρέψει στο κράτος πάνω από 5 δισ. ευρώ τα τελευταία έξι χρόνια.

Συγκεκριμένα, το υπόμνημα του ΣΦΕΕ αναφέρει τα εξής:

Μετά από 6 χρόνια απουσίας αποτελεσματικής εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο φάρμακο και ανεπιτυχούς ελέγχου της φαρμακευτικής δαπάνης, το αποτυχημένο εργαλείο του «προσωρινού» μηχανισμού αυτόματων επιστροφών (clawback) καλείται να εφαρμοστεί για άλλα 4 χρόνια μέχρι το 2022. Παράλληλα, προβλέπεται ενδεχόμενη πρόσθετη δαπάνη από την αναπροσαρμογή των επιτρεπόμενων ορίων δαπανών για το φάρμακο σε περίπτωση αύξησης ΑΕΠ. Αντιστοίχως, θα επέλθει μείωση, σε περίπτωση μείωσης του ΑΕΠ.

Κάθε χρόνος εφαρμογής του κλειστού προϋπολογισμού στην δημόσια φαρμακευτική δαπάνη (ήδη από το 2012), επιβεβαιώνει περίτρανα την αδυναμία, τον εφησυχασμό και την αδράνεια του συστήματος να ελέγξει την φαρμακευτική δαπάνη. Ο μηχανισμός του clawback έχει αποτύχει. Έχει αποτύχει διότι εφαρμόζεται πάνω σε έναν εσφαλμένο προσδιορισμό των πραγματικών αναγκών των ασθενών, «καλύπτει» τις αστοχίες της εκάστοτε κυβέρνησης να ελέγξει τη δαπάνη, ενώ παράλληλα  λειτουργεί ως ένας επιπρόσθετος κωδικός εσόδων του κράτους. Μόνο από το clawback, το κράτος έχει εισπράξει από τις φαρμακευτικές πάνω από €3δις ευρώ μέσα σε 6 χρόνια, ενώ αν προστεθούν και οι υποχρεωτικές εκπτώσεις, το ποσό ξεπερνά τα 5 δις ευρώ! Η κάλυψη δε των ανασφάλιστων πολιτών χρηματοδοτείται εξ' ολοκλήρου από τις φαρμακευτικές εταιρείες, καθιστώντας τον φαρμακευτικό κλάδο επιπρόσθετο φορέα χρηματοδότησης της Δημόσιας Υγείας.

Από την άλλη πλευρά, ο προσδιορισμός της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης με βάση ένα μειωμένο κατά 25% ΑΕΠ, δεν σχετίζεται με τα πραγματικά δεδομένα και τις πραγματικές υγειονομικές ανάγκες της χώρας. Πρέπει να πάψουμε να διαχειριζόμαστε μια λάθος προσδιορισμένη δαπάνη με το αποτυχημένο εργαλείο των υποχρεωτικών επιστροφών.

Η επέκταση του clawback δεν αφορά μόνο τις φαρμακευτικές εταιρείες, η βιωσιμότητα των οποίων πλέον απειλείται περισσότερο από ποτέ, αλλά αποτελεί και ζήτημα Δημόσιας Υγείας και διασφάλισης της ισότιμης και απρόσκοπτης πρόσβασης των ασθενών στις θεραπείες τους.

Παράλληλα, η απουσία εθνικής στρατηγικής για την αύξηση της διείσδυσης των γενοσήμων  οδήγησε και οδηγεί στην εφαρμογή εσφαλμένων πολιτικών ενίσχυσης της χρήσης των γενοσήμων, που όχι μόνο εντείνουν τις στρεβλώσεις στην αγορά, αλλά και έχουν φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα και πιθανόν εγείρουν ζητήματα ανταγωνισμού.

Πάγια θέση του φαρμακευτικού κλάδου είναι ότι η αύξηση της διείσδυσης των γενοσήμων θα επιφέρει εξοικονόμηση στο σύστημα και επομένως, χώρο για καινοτομία, ενώ παράλληλα τα κίνητρα διείσδυσης των γενοσήμων δεν θα πρέπει να επιβαρύνουν τα υπόλοιπα φάρμακα. Είναι άμεση ανάγκη η δημιουργία εθνικής καμπάνιας ενημέρωσης των επαγγελματιών υγείας, αλλά και του κοινού για την αξιοπιστία των γενοσήμων φαρμάκων. Παράλληλα, η μνημονιακή δέσμευση για συνταγογράφηση βάσει «δραστικής ουσίας», η οποία δεν επέφερε κανένα ουσιαστικό όφελος στη διείσδυση των γενοσήμων, πρέπει να καταργηθεί με την ολοκλήρωση των μνημονίων και να αντικατασταθεί με τη συνταγογράφηση με «εμπορική ονομασία». Έτσι θα αναλάβουν όλοι οι εταίροι της αγοράς του φαρμάκου τις ευθύνες που τους αναλογούν και αποτελεί πίστη μας ότι έτσι θα στηριχθούν και τα γενόσημα φάρμακα. 

Η Δημόσια Υγεία και ο Έλληνας ασθενής χρειάζονται ξεκάθαρες δεσμεύσεις για το μέλλον της Υγείας τους και της απρόσκοπτης πρόσβασής τους. Για αυτόν τον λόγο ζητάμε:

  • Ξεκάθαρη δέσμευση για το απόλυτο ποσό της φαρμακευτικής δαπάνης του ΕΟΠΥΥ και των νοσοκομείων. Η αποκλειστική σύνδεση της δαπάνης με το ΑΕΠ δεν διασφαλίζει την επαρκή χρηματοδότηση.
  • Θέσπιση ανώτατου μειούμενου ποσού για το clawback ή συνυπευθυνότητα στην καταβολή του με την πολιτεία, και στο τέλος, κατάργησή του.
  • Άμεση δημιουργία ειδικού κονδυλίου για τους ανασφάλιστους, το οποίο θα προέρχεται από τα κονδύλια της πρόνοιας.
  • Εξαίρεση των εμβολίων από τη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη, αφού αφορούν πρόληψη και όχι θεραπεία.
  • Κάλυψη ειδικών νοσοκομειακών φαρμάκων με ανελαστική ζήτηση από πρόσθετο κονδύλι (όπως παράγωγα αίματος και φάρμακα σπανίων παθήσεων).