Φαγητά "λύσσα", ελάχιστες έως καθόλου βιταμίνες και πρόχειρα, έτοιμα τρόφιμα φιλοξενεί το πιάτο των Ελλήνων κι ας έχει πολυτέλεια από τις λίγες να μπορεί να έχει όλο τον χρόνο φρέσκα φρούτα και λαχανικά...

Ειδικότερα τα ευρήματα δείχνουν αυξημένη πρόσληψη κορεσμένων «κακών» λιπαρών κι αλατιού, χαμηλή πρόσληψη φυτικών ινών, βιταμίνης D, φυλλικού οξέος και σιδήρου, σε συνδυασμό με πολλές ώρες καθισιό και ελάχιστη κίνηση μέσα στην ημέρα.

Το είμαστε ό,τι τρώμε, όμως, δείχνει ξεκάθαρα πως όλη αυτή η... σαβούρα βασανίζει τον οργανισμό μας και αρρωσταίνουμε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι καρδιαγγειακές παθήσεις, που εμφανίζεται ακόμη και σε άτομα ηλικίας κάτω των 35 ετών. Εξάλλου περίπου 5% των ανδρών και 2% των γυναικών έχουν υποστεί κάποιο καρδιαγγειακό επεισόδιο.

Ένας στους πέντε έχει υπέρταση και λιγότεροι από τους μισούς μπορούν να διαχειριστούν τις αυξημένες τιμές της αρητριακής πίεσης μέσω της φαρμακευτικής αγωγής.

«Αυξημένες τιμές λιπιδίων έχει 1 στους 4 Έλληνες, από σακχαρώδη διαβήτη πάσχει το 7% του πληθυσμού, ενώ η παχυσαρκία αναδεικνύεται σε μείζον πρόβλημα υγείας καθώς αφορά στο 60% των ανδρών και το 40% των γυναικών. Ένας στους πέντε Έλληνες ακολουθεί πλήρως καθιστική ζωή, ενώ μόλις το 40% των ανδρών και των γυναικών είχε επαρκή επίπεδα σωματικής δραστηριότητας.

Επίσης 1 στους 4 άνδρες και γυναίκες έχει έναν τουλάχιστον από τους κλασσικούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, ενώ στα άτομα άνω των 40 ετών το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 50% του πληθυσμού» επεσήμανε σε συνέντευξη τύπου ο επιστημονικός υπεύθυνος της μελέτης, καθηγητής διατροφής του ανθρώπου, Αντώνης Ζαμπέλας.

Οι διατροφικές συνήθειες, όπως έχουν διαμορφωθεί στην Ελλάδα της κρίσης προσδίδουν κορεσμένα λιπαρά και πρωτεΐνη πάνω από τις συστάσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα κορεσμένα λιπαρά πρέπει να μειωθούν κατά 30% στον υγιή γενικό πληθυσμό και κατά περίπου 50% στα άτομα υψηλού κινδύνου καρδιαγγειακών νοσημάτων, όπως οι υπερχοληστερολαιμικοί και οι διαβητικοί ασθενείς.

Η Αναστασία-Βασιλική Μητσοπούλου από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο επεσήμανε ότι υπάρχει χαμηλή πρόσληψη των λιποδιαλυτών βιταμινών Α, Ε και Κ στον γενικό πληθυσμό, ενώ μεγαλύτερη είναι η ανεπάρκεια σε βιταμίνη D.

Επίσης, χαμηλή παραμένει η πρόσληψη φυλλικού οξέος, ασβεστίου, μαγνησίου και σιδήρου στις γυναίκες. Αντίθετα, η πρόσληψη νατρίου (αλάτι) είναι υψηλή, αυξάνοντας τον κίνδυνο υπέρτασης.

Ο καθηγητής του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου Δημοσθένης Παναγιωτάκος τόνισε από την πλευρά του ότι το μόνο παρήγορο είναι το γεγονός ότι οι καπνιστικές συνήθειες φαίνεται να έχουν σταθεροποιηθεί σε ποσοστά μικρότερα του 40%, τόσο για τους άνδρες, όσο και για τις γυναίκες, έναντι των ποσοστών 50% και άνω, που διαπιστώνονταν τις προηγούμενες δεκαετίες.

Ανησυχητικό είναι, όμως, το φαινόμενο ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων δήλωσε ότι άρχισε το κάπνισμα από την ηλικία των 15 ετών.