Εκτιμάται ότι κάτω από το 5% των ανθρώπων στις αναπτυγμένες χώρες ξεπερνά αυτό το επίπεδο κατανάλωσης. Αλλά και αυτοί ακόμη οι άνθρωποι, σύμφωνα με την έρευνα, μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τον κίνδυνο λόγω του αυξημένου αλατιού, αν παράλληλα τρώνε πολλά φρούτα, λαχανικά και φαγητά πλούσια σε κάλιο.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή ιατρικής Άντριου Μέντε του καναδικού Πανεπιστημίου ΜακΜάστερ του Οντάριο, μελέτησαν στοιχεία σε βάθος οκταετίας για περίπου 94.000 ανθρώπους ηλικίας από 35 έως 70 ετών σε 18 χώρες.

Διαπιστώθηκε ότι ο κίνδυνος εγκεφαλικού, εμφράγματος ή άλλου καρδιαγγειακού προβλήματος αυξάνεται μόνο, όταν η μέση ημερήσια κατανάλωση νατρίου υπερβαίνει τα πέντε γραμμάρια. Στις περισσότερες χώρες του κόσμου η κατανάλωση κυμαίνεται μεταξύ των τριών και πέντε γραμμαρίων ανά άτομο (ενάμισι έως δυόμισι κουταλάκια αλατιού).

Σύμφωνα με την μελέτη, πολύ μικρή είναι η διαφορά για την υγεία αν κανείς καταναλώνει καθημερινά ποσότητα 7,5 έως 12,5 γραμμαρίων αλατιού (δύο έως πέντε γραμμαρίων νατρίου). Αν, μάλιστα, η κατανάλωση πέσει κάτω από τα πέντε γραμμάρια αλατιού ή δύο γραμμάρια νατρίου (το όριο ασφαλείας που θέτει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας), τότε στην πραγματικότητα ο καρδιαγγειακός κίνδυνος αυξάνεται, υποστηρίζουν οι ερευνητές - κάτι που πολλοί άλλοι επιστήμονες δεν φαίνονται πρόθυμοι να αποδεχθούν.

«Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά η κατανάλωση να είναι μικρότερη των δύο γραμμαρίων νατρίου, δηλαδή ένα κουταλάκι αλατιού τη μέρα, ως προληπτικό μέτρο κατά της καρδιαγγειακής νόσου. Όμως υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία που να δείχνουν ότι, όντως, βελτιώνεται η υγεία των ανθρώπων με τόσο χαμηλό επίπεδο κατανάλωσης», δήλωσε ο Δρ. Μέντε και επεσήμανε ότι σε καμία χώρα δεν έχει επιτευχθεί τόσο χαμηλή ανά κεφαλή κατανάλωση.

«Μόνο στις κοινότητες με την μεγαλύτερη κατανάλωση νατρίου, πάνω από πέντε γραμμάρια ημερησίως, κάτι που συμβαίνει κυρίως στην Κίνα, βρήκαμε, πράγματι, μια άμεση σχέση ανάμεσα στο αλάτι και στο έμφραγμα ή στο εγκεφαλικό. Μάλιστα στις κοινότητες που κατανάλωναν λιγότερα από πέντε γραμμάρια αλατιού τη μέρα, συνέβαινε το αντίθετο. Η κατανάλωση είχε αντίστροφη σχέση με τα εμφράγματα και τη θνησιμότητα γενικότερα».

Οι ερευννητές διαπίστωσαν, επίσης, ότι όλα τα σοβαρά καρδιαγγειακά προβλήματα και τα περιστατικά θανάτου ήταν μειωμένα στις κοινότητες και στις χώρες όπου υπήρχε αυξημένη κατανάλωση καλίου, το οποίο υπάρχει σε φρούτα, λαχανικά, γαλακτοκομικά, πατάτες, ξηρούς καρπούς και όσπρια. 

«Δεν υπάρχουν πειστικά στοιχεία ότι οι άνθρωποι με μέτρια ή μέση κατανάλωση νατρίου πρέπει να μειώσουν την κατανάλωσή του για να προλάβουν ένα έμφραγμα ή ένα εγκεφαλικό», δήλωσε και ο αναπληρωτής καθηγητής ιατρικής του Πανεπιστημίου Μακ Μάστερ Μάρτιν Ο'Ντόνελ.

Άλλοι επιστήμονες εμφανίσθηκαν από επιφυλακτικοί έως αρνητικοί για τα συμπεράσματα της νέας μελέτης. Ο καθηγητής επιστήμης της διατροφής Τομ Σάντερς του King's College του Λονδίνου δήλωσε ότι «αυτό που είναι επίμαχο στη νέα μελέτη είναι το συμπέρασμά της πως δεν αξίζει ή ακόμη και βλάπτει να μειώσει κανείς την κατανάλωση του αλατιού στο επίπεδο που συνιστά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Όμως ο αυξημένος κίνδυνος καρδιοπάθειας σε όσους έχουν τα χαμηλότερα επίπεδα νατρίου είναι απίθανο να οφείλεται σε αυτό, καθώς δεν υπάρχουν γνωστοί μηχανισμοί που θα μπορούσαν να εξηγήσουν κάτι τέτοιο».

Πιο επιθετικός ο καθηγητής καρδιαγγειακής ιατρικής Γκρέιχαμ ΜακΓκρέγκορ του Πανεπιστημίου Queen Mary του Λονδίνου, δήλωσε ότι «όλα τα στοιχεία δείχνουν πως η μείωση του αλατιού οδηγεί σε μείωση των περιστατικών καρδιαγγειακής νόσου, της κυριότερης αιτίας θανάτου και αναπηρίας παγκοσμίως. Μελέτες τέτοιας επιστημονικής ποιότητας δεν θα έπρεπε να θεωρηθούν μέρος των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων».