Μέχρι και πριν από μερικά χρόνια, η Ελλάδα εμφανιζόταν ως η χώρα με την υψηλότερη κατανάλωση φαρμάκων με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Αν και πλέον η κατάσταση αυτή έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά,  η χώρα μας εξακολουθεί να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις ειδικά σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Την  υψηλή αυτή θέση φαίνεται να της προσφέρει η αυξημένη κατανάλωση συνταγογραφούμενων φαρμάκων η οποία  παρά τα όποια μέτρα εξακολουθεί να κινείται ανοδικά. Αντίθετα διαπιστώνεται «αποστροφή» των Ελλήνων για τα φάρμακα εκτός συνταγογράφησης, η κατανάλωση των οποίων περιορίστηκε στα 227 εκατ. ευρώ από 231 εκατ. ευρώ το 2016.  

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα επεξεργασμένα στοιχεία από τον Ιταλικό Εθνικό Οργανισμό Σκευασμάτων Αυτοθεραπείας, Assosalute Italia, η συνολική αγορά φαρμάκου στη χώρα μας έκλεισε πέρυσι στα 4,6 δις. ευρώ κινούμενη ανοδικά, αποτελώντας το 2,6% του ΑΕΠ και το 2,4% της συνολικής αγοράς φαρμάκου των χωρών που εξετάζει ο Ιταλικός οργανισμός. Η δε κατά κεφαλή κατανάλωση στη χώρα φτάνει τα 427,8 ευρώ και έτσι η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των 8 πρώτων χωρών σε κατανάλωση όταν ο μέσος όρος των 17 χωρών που αναλύει το Assosalute είναι 420,9 ευρώ, με την Ελβετία να βρίσκεται στην πρώτη θέση με 811,1 ευρώ, ακολουθούμενη από τη Νορβηγίας με 669,6 ευρώ και τη Γερμανία με 649 ευρώ. 

Την ίδια στιγμή η αξία των συνταγογραφούμενων φαρμάκων το 2017 διαμορφώνεται στα 4,38 δις. ευρώ αποτελώντας το 2,5% του ΑΕΠ κατέχοντας δε το 2,7% της συνολικής  αγοράς των 17 χωρών. Η δε  κατά κεφαλή δαπάνη στη χώρα μας προσδιορίζεται στα 406,7 ευρώ, σημαντικά υψηλότερα έναντι του μέσου όρου που είναι τα 353,4 ευρώ, με  πρωταθλήτρια την Ελβετία στα 671,5 ευρώ και την δεύτερη Νορβηγία στα  με 641 ευρώ.
Οι υπόλοιπες 14 χώρες κινούνται ως εξής:  Γερμανία με 567,4 ευρώ κατανάλωση ανά κάτοικο, Αυστρία με 510,5 ευρώ, Ιρλανδία με 431,2 ευρώ, Δανία με 392 ευρώ, Φινλανδία με 387,7 ευρώ, Γαλλία με 335 ευρώ, Βέλγιο με  323,5 ευρώ, Ηνωμένο Βασίλειο με 310,4 ευρώ, Σουηδία με 308,2 ευρώ, , Ισπανία με 301 ευρώ, Ολλανδία με 261,5 ευρώ, Ιταλία με 241,7 ευρώ, Πορτογαλία με 223,4 ευρώ  και Πολωνία με 152,1 ευρώ. 

Όσον αφορά τώρα στα ΜΗΣΥΦΑ, η Ελλάδα πέρυσι παρουσιάζει μείωση 40 λεπτών του ευρώ, σε σχέση με το 2016 φτάνοντας τα μόλις 21,1 ευρώ στην κατανάλωση ανά κάτοικο και συνολικά η αγορά υπολογίζεται στα 227 εκατ. ευρώ. Στην πρώτη θέση κατατάσσεται και πάλι η Ελβετία με 139,6 ευρώ και ακολουθούν οι: Πολωνία με 116,5, Αυστρία με 97,3 ευρώ,   Γερμανία με 81,5 ευρώ, Γαλλία με 78,7 ευρώ, Βέλγιο με 72,4 ευρώ, Φινλανδία με 72,3 ευρώ, Σουηδία με 71,2 ευρώ, Ηνωμένο Βασίλειο με 70,2 ευρώ, Ολλανδία με 47,1 ευρώ, Ιταλία με 39,8 ευρώ, Ιρλανδία με 37,20 ευρώ, Δανία με 32,8 ευρώ, Πορτογαλία με 29,5, Ισπανία 29,3 ευρώ και Νορβηγία με 28,6 ευρώ.  

Παράλληλα στην Ελλάδα, τα ΜΗΣΥΦΑ με τζίρο της τάξης των 227 εκατ. ευρώ κατέχουν ένα πολύ μικρό ποσοστό από τη συνολική φαρμακευτική αγορά, το δεύτερο χαμηλότερο επίσης σε όλη την Ευρώπη.  Ειδικότερα στην ελληνική αγορά τα ΜΗΣΥΦΑ έχουν μερίδιο της τάξης του 4,9%, όταν στην Πορτογαλία το μερίδιό τους είναι στο 11,7%. Μόνο η Νορβηγία με τζίρο 151 εκατ. ευρώ εμφανίζει χαμηλότερο μερίδιο το οποίο διαμορφώνεται στο 4,3%. 
Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σύνολο των 17 χωρών της Ευρώπης, το 2017 η αγορά των ΜΗΣΥΦΑ έφτασε τα 22,44 δισ. ευρώ αυξημένη κατά μισό δις ευρώ σε σχέση με το 2016 και αποτελεί το 11,7% της συνολική φαρμακευτικής αγοράς. Οι 5 πιο σημαντικές αγορές είναι αυτές της Γερμανίας, της Πολωνίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιταλίας και της Γαλλίας, οι οποίες και  αποτελούν το περίπου 71% της Ευρωπαϊκής αγοράς των Μη Υποχρεωτικώς Συνταγογραφούμενων φαρμάκων. 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι στη φετινή απολογιστική έκθεση του Assosalute Italia, παρατηρείται μια αναπροσαρμογή πολλών στοιχείων που αφορούν στην κατανάλωση φαρμάκων για το 2016, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για τις περισσότερες χώρες. Πάντως πέρυσι η ο οργανισμός έχει προσδιορίσει την αγορά φαρμάκων στα 4,04 δις. ευρώ όσο δηλαδή και ο ΕΟΦ και τα συνταγογραφούμενα φάρμακα στα 3,8 δις. ευρώ. Με βάση λοιπόν  τα στοιχεία αυτά φαίνεται ότι η συνταγογράφηση σαν να αυξήθηκε κατά μισό και πλέον δις. ευρώ. Αναμένουμε λοιπόν τα στοιχεία του ΕΟΦ προκειμένου να διαπιστωθεί αν όντως η αγορά αυξήθηκε τόσο δυναμικά.