Σε αυτό το συμπέρασμα-προειδοποίηση κατέληξε μια νέα διεθνής επιστημονική μελέτη, που σύγκρινε το εν λόγω φάρμακο με την παρακεταμόλη και με άλλα παραδοσιακά αναλγητικά. Οι ερευνητές επισήμαναν ότι η δικλοφαινάκη δεν πρέπει να διατίθεται χωρίς συνταγογράφηση και στη συσκευασία του πρέπει πλέον να αναγράφεται προειδοποίηση για τους πιθανούς κινδύνους που ενέχει.

Η δικλοφαινάκη είναι φάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) και χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση των πόνων και των φλεγμονών σε πολλές χώρες του κόσμου (στην Ελλάδα διατίθεται από τα φαρμακεία και είναι μη συνταγογραφούμενο).

Οι ερευνητές του Τμήματος Κλινικής Επιδημιολογίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Ώρχους της Δανίας, με επικεφαλής τον Μόρτεν Σμιντ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό British Medical Journal, μελέτησαν στοιχεία για περισσότερα από 6,3 εκατομμύρια άτομα, συγκρίνοντας όσους είχαν πάρει δικλοφαινάκη (μέση ηλικία 46 ετών) με όσους είχαν πάρει παρακεταμόλη, άλλα ΜΣΑΦ (ιμπουπροφένη, ναπροξένη) ή κανένα ΜΣΑΦ.

Διαπιστώθηκε αυξημένη συχνότητα σοβαρών καρδιαγγειακών περιστατικών μεταξύ όσων είχαν πάρει δικλοφαινάκη για έναν μήνα. Τα προβλήματα περιελάμβαναν εμφάνιση καρδιακής αρρυθμίας, καρδιακής ανεπάρκειας, ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου, εμφράγματος, πρόωρου θανάτου καρδιαγγειακής αιτιολογίας και γαστρεντερικής αιμορραγίας. Ο αυξημένος κίνδυνος υπάρχει και για τα δύο φύλα ανεξαρτήτως ηλικίας, ενώ ισχύει ακόμη και για χαμηλές δόσεις του φαρμάκου.

«Η θεραπεία του πόνου και της φλεγμονής με ΜΣΑΦ μπορεί να έχει αξία για μερικούς ασθενείς, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής τους, παρά τις πιθανές παρενέργειες. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη τους καρδιαγγειακούς και γαστρεντερικούς κινδύνους, υπάρχει μικρή δικαιολογία για να ξεκινά μια θεραπεία με δικλοφαινάκη, προτού δοκιμαστούν άλλα παραδοσιακά ΜΣΑΦ», τόνισαν οι ερευνητές.