Προτεραιότητα ενός δήμου είναι η καθαριότητα της πόλης. Μπορεί να έχει πολλά απορριμματοφόρα, όμως η οργάνωση να είναι τέτοια που μια πόλη να μην είναι τελικά καθαρή ή μπορεί να έχει μόνο δύο απορριμματοφόρα, όμως με τις κατάλληλες βάρδιες, ο στόχος της καθαριότητας, να επιτυγχάνεται.

Με την παρομοίωση αυτή, ο καθηγητής καρδιολογίας Χρήστος Πίτσαβος, εξήγησε στο περιθώριο workshop για την αυξημένη χοληστερίνη, την έναρξη μιας νέας "διαδρομής" για την αντιμετώπιση της υπεροχοληστερολαιμίας μέσω νέων φαρμάκων που θα βρίσκονται στη διάθεση των γιατρών μετά από τουλάχιστον ένα έτος.

Πρόκειται για τη νέα "διαδρομή" που δημιουργεί μια νέα γενιά φαρμάκων (ανθρώπινα μονοκλωνικά αντισώματα), οι αναστολείς της πρωτεΐνης PCSK9, και οι οποίοι αυξάνουν άμεσα τους υποδοχείς της LDL και μειώνουν έτσι τα επίπεδα της "κακής" LDL χοληστερόλης. Προκαταρκτικές μελέτες δείχνουν ότι τα φάρμακα αυτά μειώνουν κατά 54% τα νέα καρδιαγγειακά επεισόδια και κατά 50% τη θνησιμότητα, ενώ παράλληλα δε προκαλούν αξιοσημείωτες παρενέργειες. Συνεπώς, τα μονοκλωνικά αντισώματα έναντι της PCSK9 αποτελούν σήμερα μια επαναστατική μέθοδο αντιμετώπισης της υπερχοληστερολαιμίας και της πρόληψης της καρδιαγγειακής νόσου, σημείωσε ο Καθηγητής Βιοχημείας – Κλινικής Χημείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Αλέξανδρος Τσελέπης.

Στο μεταξύ, οι Έλληνες καρδιολόγοι ξεκινούν καμπάνια ενημέρωσης του πληθυσμού, με στόχο τη δημιουργία μητρώου ασθενών για την οικογενή υπεροληστερολαιμία, νόσο όπου τα επίπεδα της κακής LDL χοληστερόλης είναι αυξημένα από τη γέννηση των παιδιών. Σήμερα είναι γνωστό ότι στη χώρα μας πάσχουν 3.000 άτομα, ενώ υπολογίζεται ότι οι πάσχοντες φτάνουν περίπου τους 40.000.

Οι σχετικές ανακοινώσεις έγιναν στο πλαίσιο της 2ης Κοινής Συνάντησης της Ευρωπαϊκής και Ελληνικής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης και της Τουρκικής Εταιρείας Καρδιολογίας, για τα λιπίδια, την λιποπρωτείνη και την υπολιπιδαιμική θεραπεία, που διεξήχθη στην Κω 9-11 Οκτωβρίου.

«Δυστυχώς η νόσος δεν διαγιγνώσκεται σωστά και η πλειοψηφία των ασθενών δεν γνωρίζει ότι πάσχει από αυτό το νόσημα. Το αποτέλεσμα είναι να χάνεται πολύτιμος χρόνος και τελικά οι ασθενείς να παθαίνουν έμφραγμα του μυοκαρδίου σε μικρή ηλικία», σημείωσε ο επίκουρος καθηγητής Παθολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ευάγγελος Λυμπερόπουλος, τονίζοντας ότι τα μητρώα καταγραφής ασθενών αποτελούν ένα ισχυρό εργαλείο για την καταγραφή και παρακολούθηση της νόσου και την υιοθέτηση καλύτερων κλινικών πρακτικών που μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση της έκβασης των ασθενών και τη μείωση των δαπανών της υγειονομικής περίθαλψης.

Σύμφωνα με τον Καθηγητή Παθολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Μωυσή Ελισάφ, το ανώτατο φυσιολογικό όριο της LDL χωρίς παράγοντες κινδύνου είναι 115 mg/dl με νέες κατευθυντήριες οδηγίες υπερλιπιδαιμιών, ενώ στην οικογενή υπερχοληστερολαιμία οι στόχοι της LDL είναι: κάτω από 135 mg/dl για τα παιδιά με ετερόζυγη, κάτω από 100 mg/dl για τα παιδιά με ομόζυγη και κάτω από 70 mg/dl μετά το καρδιακό επεισόδιο. Με LDL πάνω από 190 mg/dl, οι πιθανότητες για κληρονομική υπερχοληστερολαιμία φτάνουν το 98%, άρα χρειάζονται επειγόντως γενετικά τεστ και θεραπεία για να μειωθεί άμεσα κατά 65% ώστε να πέσει κάτω από το 100 mg/dl που είναι για όλους. Τα νέα φάρμακα θα πρέπει να χορηγούνται επιπροσθέτως των στατινών, εκτός κι αν υπάρχει αληθινή δυσανεξία οπότε χορηγούνται σαν μονοθεραπεία.

Ο αναπληρωτής καθηγητής παθολογίας του ΑΠΘ Βασίλης Άθυρος υπογράμμισε ότι σύμφωνα με μελέτες το 61% του πληθυσμού πάσχει από δυσλιπιδαιμία, ενώ στην Ευρώπη, το ποσοστό είναι 60%. Οι στατίνες που χορηγούνται σήμερα, καλύπτουν σημαντικά τους ασθενείς, όμως είναι άγνωστο το ποσοστό ασθενών που μένουν αρρύθμιστοι.

Σύμφωνα με την ΕΕΑ προληπτικές εξετάσεις θα πρέπει να κάνουν όλοι οι άνδρες άνω των 40 ετών, οι γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, υπέρβαρα, παχύσαρκα άτομα, καπνιστές, συγγενείς ατόμων με κληρονομικές διαταραχές λιπιδίων, παιδιά με κληρονομικό ιστορικό υπερλιπιδαιμίας ή καρδιαγγειακής νόσου η άλλους παράγοντες κινδύνου, από την ηλικία των 2 ετών. Επίσης άτομα με ασθένειες όπως σακχαρώδη διαβήτη, οικογενειακό ιστορικό πρώιμης στεφανιαίας νόσου, υπέρταση κ. λπ. Ακόμα σύμφωνα με τους επιστήμονες προληπτικό έλεγχο θα πρέπει να κάνουν όλα τα παιδιά ηλικίας 9-11 ετών και έφηβοι 17-21 ετών, ανεξάρτητα από την παρουσία παραγόντων κινδύνου ή οικογενειακού ιστορικού. Συνιστάται επανάληψη κάθε 5 χρόνια.