Ωστόσο, οι ερευνητές προειδοποιούν τους γιατρούς να είναι προσεκτικοί μετά τη διακοπή της θεραπείας και τις γυναίκες να ακολουθήσουν πρακτικές, προκειμένου να αποφύγουν την αύξηση του σωματικού τους βάρους.

«Η εμμηνόπαυση σηματοδοτεί την οριστική λήξη του εμμηνορρυσιακού κύκλου της γυναίκας, η οποία προκαλείται εξαιτίας της γήρανσης των ωοθηκών και τη μείωση των οιστρογόνων. Οι γυναίκες που διέρχονται σ’ αυτή τη φάση της ζωής τους συχνά είναι πιο επιρρεπείς στην αύξηση του βάρους και οι επιστήμονες εξακολουθούν να ερευνούν προκειμένου να ανακαλύψουν τρόπους για τη μείωση των συμπτωμάτων που προκαλούνται.

Στη συγκεκριμένη μελέτη οι ερευνητές - με επικεφαλής τον Γεώργιο Ε. Παπαδάκη, MD, FMH, της Υπηρεσίας Ενδοκρινολογίας, CHUV, του Πανεπιστημιακού νοσοκομείου της Λωζάνης - θέλοντας να κατανοήσουν καλύτερα την επίδραση της ορμονοθεραπείας στη σύνθεση του σώματος, εξέτασαν στοιχεία από μια υπομελέτη της μελέτης CoLaus, που αφορά την αξιολόγηση των παραγόντων που επηρεάζουν την έκβαση των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Οι 1.086 συμμετέχουσες στην υπομελέτη OsteoLaus, ήταν εμμηνοπαυσιακές γυναίκες ηλικίας 50 έως 80 ετών, οι οποίες ρωτήθηκαν εάν λαμβάνουν ή έλαβαν κάποια στιγμή στο παρελθόν εμμηνοπαυσιακή ορμονοθεραπεία. Επιπλέον, υποβλήθηκαν σε Απορροφησιομετρία Ακτίνων Χ Διπλής Ενέργειας (Dual-Energy X-Ray Absorptiometry  - DXA), προκειμένου οι ερευνητές να προσδιορίσουν τη σύσταση των μαλακών ιστών τους», εξηγεί ο κ. Αντώνιος Χατζηιωαννίδης, επιστημονικά υπεύθυνος του Ενδοκρινολογικού Τμήματος του Ιδιωτικού Πολυϊατρείου Ηλιούπολης.

Διαπιστώθηκε ότι, όσες βρίσκονταν σε ορμονοθεραπεία την χρονική περίοδο της μελέτης, εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα λιπώδους ιστού στην κοιλιά, από ό,τι οι γυναίκες που δεν είχαν ποτέ υποβληθεί σε εμμηνοπαυσιακή ορμονοθεραπεία. Επίσης εκείνες που έκαναν θεραπεία με ορμόνες, έτειναν να έχουν ελαφρώς χαμηλότερα επίπεδα ολικής λιπώδους μάζας και Δείκτη Μάζας Σώματος.

Όσον αφορά στις γυναίκες που είχαν υποβληθεί στο παρελθόν σε εμμηνοπαυσιακή ορμονοθεραπεία, τα ευρήματα δεν έδειξαν να υπάρχει επίδραση στον κοιλιακό λιπώδη ιστό. Ανεξάρτητα από το πόσο καιρό οι γυναίκες υποβλήθηκαν σε θεραπεία και πόσο χρονικό διάστημα είχε περάσει από τη χρήση της, τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η θετική επίδραση εξαφανίζεται μετά την παύση της.

Όπως εξηγεί ο κ. Χαζηιωαννίδης, υπάρχουν δύο είδη κοιλιακού λίπους: το υποδόριο, που εντοπίζεται ακριβώς κάτω από το δέρμα και το σπλαχνικό, που περιβάλει τα ζωτικά όργανα. Το τελευταίο, διεγείρει την έκκριση ορμονών που εμποδίζουν την επαρκή λειτουργία του παγκρέατος, οπότε αυξάνεται ο κίνδυνος για εμφάνιση διαβήτη τύπου ΙΙ. Επιπλέον οδηγεί σε αύξηση της LDL (κακής) χοληστερόλης, αλλά και της αρτηριακής πίεσης.

Όλα αυτά αποτελούν παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων αλλά και καρκίνου, όπως έδειξε μια μελέτη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, που δημοσιεύθηκε πέρσι στο Oncogene. Από τα αποτελέσματά της καταδείχθηκε ότι ο σπλαχνικός λιπώδης ιστός παράγει μεγάλες ποσότητες ινωδοβλαστικού αυξητικού παράγοντα 2 (FGF2), μια πρωτεΐνη που έχει ευρεία δράση στην κυτταρική επιβίωση και που εμπλέκεται σε μια ποικιλία βιολογικών διεργασιών, συμπεριλαμβανομένης της εμβρυϊκής και κυτταρικής ανάπτυξης, της μορφογένεσης, της αποκατάστασης των ιστών αλλά και της ανάπτυξης όγκων.

Η ορμονοθεραπεία, που αποτελείται από οιστρογόνα ή από συνδυασμό οιστρογόνων και προγεστερόνης και χρησιμοποιείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, που σχετίζονται με την πτώση των επιπέδων των οιστρογόνων, έχει πλεονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα, όπως δείχνει πλήθος μελετών.

Επίσης τα τελευταία χρόνια γίνεται λόγος και για τις βιομιμητικές ή βιοπανομοιότυπες ορμόνες (bioidentical hormones), οι οποίες κατασκευάζονται στο εργαστήριο και έχουν την ίδια μοριακή δομή με τις ορμόνες που εκκρίνει φυσικά ο οργανισμός. Κυκλοφορούν στο εμπόριο σε μορφή τζελ ή κρέμας, αλλά δεν έχει ακόμη επαληθευτεί η ασφάλειά τους.