Παρότι δεν υπάρχει καθορισμένος αριθμός επαναληπτικών πλαστικών, που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν χωρίς να κινδυνεύει ο ασθενής, υπάρχουν ορισμένα σημεία που αποτελούν πρόκληση για τον χειρουργό.

«Η μύτη, λόγω της θέσης της, αποτελεί κύριο γνώρισμα του προσώπου, το οποίο συχνά δεν βρίσκεται σε αρμονία με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του. Η ρινοπλαστική στοχεύει στη διόρθωση της εμφάνισής της και στην προσαρμογή της έτσι, ώστε να ομορφύνει το πρόσωπο, αλλά και να βελτιωθεί τη λειτουργία της.

Ωστόσο η συγκεκριμένη επέμβαση θεωρείται η πλαστική επέμβαση στο πρόσωπο με τις μεγαλύτερες προκλήσεις από τεχνικής άποψης, λόγω του ότι αποτελείται από πολλά διαφορετικά είδη ιστού (οστά, χόνδρους, δέρμα, μύες, αγγεία και νεύρα) με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά (σκληρότητα, ελαστικότητα, ανθεκτικότητα κλπ), καθώς και μορφολογία (ευθείες, κυρτότητες, κοιλάνσεις, γωνιώσεις κτλ», σημειώνει ο πλαστικός χειρουργός προσώπου – ΩΡΛ Δρ. Γεώργιος Μοιρέας.

«Ο κακός προεγχειρητικός προγραμματισμός, η έλλειψη ακρίβειας, η υπερβολική αφαίρεση χόνδρου ή οστού από τον ύβο (καμπούρα) της μύτης (ή αντιθέτως η αφαίρεση μικρότερου τμήματος από το αναγκαίο), η βλάβη στον χόνδρο της ρινικής άκρης και η κακή τοποθέτηση ή μετακίνηση του μοσχεύματος είναι οι συνηθέστεροι λόγοι αποτυχίας σε ένα σημαντικό ποσοστό ρινοπλαστικών. Η απειρία, η πεπαλαιωμένη τεχνική και τεχνολογία αφενός και η κακή συνεννόηση με τον ασθενή για τα επιθυμητά και χειρουργικά εφικτά αποτελέσματα αφετέρου, αποτελούν τα λάθη που οδηγούν τις περισσότερες φορές στην αποτυχία της αρχικής ρινοπλαστικής. Σήμερα, όμως, υπάρχουν υπερσύγχρονα εργαλεία, τόσο για την προσομοίωση του αποτελέσματος, όσο και για τη διενέργεια της ίδιας της επέμβασης, τα οποία εξασφαλίζουν την επιτυχία», διευκρινίζει.

Όπως είναι επόμενο, η αποτυχημένη πλαστική επέμβαση στη μύτη λειτουργεί αρνητικά στην ψυχολογία του ασθενή, ο οποίος απογοητεύεται και σε μερικές περιπτώσεις χάνει  τη αυτοπεποίθησή του. Είναι μια κακή εμπειρία, που έχει αντίκτυπο σε πολλούς τομείς της ζωής του. Ουσιαστικά, όταν η επέμβαση δεν είναι επιτυχημένη, επιβεβαιώνονται οι μεγαλύτεροι φόβοι του ασθενούς πριν υποβληθεί στην ρινοπλαστική, οι οποίοι είναι κυρίως αν το αποτέλεσμα θα του ταιριάζει, αν η εμφάνισή του θα είναι χειρότερη από πριν ή αν θα επιδεινωθεί η αναπνευστική του λειτουργία. Οι ίδιοι φόβοι κυριαρχούν, φυσικά σε μεγαλύτερη ένταση, όταν πρέπει να αποφασίσει εάν θα προχωρήσει σε επανεπέμβαση.

Η δευτερογενής χειρουργική επέμβαση, γνωστή και ως revision, είναι πιο πολύπλοκη και απαιτητική από την αρχική και ενέχει υψηλότερα ποσοστά επιπλοκών, εκτός εάν εκτελείται από εξειδικευμένο σ’ αυτές τις επεμβάσεις χειρουργό. Ειδικότερα, όταν η αρχική ή πρωτογενής ρινοπλαστική γίνεται με άτεχνο και χονδροειδή τρόπο, τότε σχηματίζονται μεγάλες ουλές ή υπερβολικές λεπτύνσεις του δέρματος, το οποίο, είτε δεν μπορεί να κρύψει οποιεσδήποτε ατέλειες, που ενδεχομένως υπάρχουν κάτω απ’ αυτό, είτε είναι πλέον χοντρό και η μύτη άμορφη.

Επιπλέον, απαιτείται προσοχή στη διατήρηση της δομικής υποστήριξης της μύτης, κάθε φορά που πραγματοποιείται μείωση του ύβου της μύτης. Μια επιπλέον του αναγκαίου μείωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε εξασθένιση του σκελετού, σε πτώση του και σε λειτουργικά προβλήματα.

Άλλο ένα σημείο που καθιστά την επανορθωτική ρινοπλαστική πρόκληση είναι ότι, ενώ στη  αρχική επέμβαση ο χειρουργός χρησιμοποιεί τα φυσικά σημεία αναφοράς της μύτης ως οδηγό, για να καθοδηγηθεί στην ανατομία της και να κάνει ασφαλείς αλλαγές, στις επόμενες επεμβάσεις αυτά τα σημεία αναφοράς έχουν μετακινηθεί ή ακόμη και χαθεί.

Η χρήση μοσχευμάτων είναι ορισμένες φορές απαραίτητη για την αποκατάσταση της δομής και της μορφολογίας της μύτης στην επανεπέμβαση. Τα οφέλη της επαναληπτικής επέμβασης είναι παρόμοια με τα επιδιωκόμενα στην αρχική επέμβαση, δηλαδή η βελτίωση της εμφάνισης του προφίλ και η καλύτερη αναπνευστική ικανότητα, τα οποία δεν επιτεύχθηκαν σε ικανοποιητικό βαθμό ή επιδεινώθηκαν με την πρώτη ρινοπλαστική.