Στην Ελλάδα, οι εμβολιασμοί του πληθυσμού γίνονται σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών για Παιδιά και Εφήβους, όπως διατυπώθηκε από την Εθνική Επιτροπή Ανοσοποίησης και σύμφωνα με τα τελευταία επιδημιολογικά και άλλα επιστημονικά δεδομένα. Εμβόλια που περιλαμβάνονται στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού παρέχονται δωρεάν και σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία συνιστώνται ενώ δεν επιβάλλονται κυρώσεις σε όσους δεν θέλουν να εμβολιαστούν ή να εμβολιάσουν τα παιδιά τους. Η εγγραφή μαθητών στο νηπιαγωγείο και στο δημοτικό σχολείο απαιτεί εμβολιασμό με τα εμβόλια που παρέχονται στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού, όπως φαίνεται στην κάρτα υγείας του μαθητή. Επομένως, ο εμβολιασμός των παιδιών καθίσταται υποχρεωτικός, με τον εμβολιασμό των ενηλίκων να συνιστάται. 

Στους εμβολιασμούς αναφέρθηκε χθες στο πλαίσιο της 68ης Συνόδου του Π.Ο.Υ. Ευρώπης στη Ρώμη, ο πρόεδρος του ΚΕΕΛΠΝΟ κ. Θεόφιλος Ρόζενμπεργκ στην ομιλία του με θέμα: «Ανοσοποίηση και ασθένειες που μπορούν προληφθούν με τον εμβολιασμό: Αξιοποίηση των δυνατοτήτων του ευρωπαϊκού σχεδίου δράσης για τον εμβολιασμό 2015-2020».

Κατά την παρέμβαση του ο κ. Ρόζενμπεργκ  επεσήμανε  τη σημαντική πρόοδο που έχει γίνει από την έναρξη του ευρωπαϊκού σχεδίου δράσης για τον εμβολιασμό, το 2014, έως σήμερα. Η αντιμετώπιση ασθενειών με εμβόλια υψηλής ποιότητας, ασφαλή και οικονομικά προσιτά, παράλληλα με την δυνατότητα ανοσοποίησης καθ' όλη τη διάρκεια ζωής, αποτελεί προτεραιότητα των χωρών της Ευρώπης. Τόνισε όμως ότι η πρόσφατη επιδημία της ιλαράς, καταδεικνύει πόσα πολλά  πρέπει να γίνουν ακόμη  έως  την επίτευξη του στόχου.

Η κάλυψη του εμβολιασμού των παιδιών στην Ελλάδα για ασθένειες που προλαμβάνονται με εμβόλια διατηρείται σε υψηλά ποσοστά. Ωστόσο, ευάλωτες κοινωνικές ομάδες όπως οι Ρομά έχουν χαμηλό επίπεδο κάλυψης εμβολιασμού και αυτό δημιούργησε ανησυχίες κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επιδημίας  ιλαράς.

Για την αντιμετώπιση των αναγκών υγείας των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα, έχουν ορισθεί εμβόλια προτεραιότητας, συμπεριλαμβανομένων της ιλαράs, της ερυθράς, της παρωτίτιδας (MMR), της διφθερίτιδαs, του τετάνου, του κοκκύτη, της πολιομυελίτιδαs (DTaP-IPV) και της φυματίωσηs (BCG) λαμβάνoντας πάντα υπόψη τη διαθεσιμότητα των εμβολίων. 

Παρόλα αυτά, τα εμπόδια στην αποτελεσματική εμβολιαστική κάλυψη είναι κοινά. Επιπλέον, ένα μεγάλο ποσοστό Eλλήνων πολιτών δεν γνωρίζει την ύπαρξη εμβολιασμού για ενήλικες και θεωρεί ότι οι εμβολιασμοί αποτελούν πρόβλημα μόνο για τα παιδιά. Η απουσία ενός εθνικού μητρώου εμβολιασμού εμποδίζει επίσης την αναζήτηση για όσους αρνούνται τον εμβολιασμό ή εκείνους που πρέπει να ενημερώσουν την κατάσταση εμβολιασμού τους.
Ολοκληρώνοντας ο κ. Ρόζενμπεργκ τόνισε ότι: « Η ετοιμότητα για την υιοθέτηση νέων εμβολίων είναι πολύπλευρη. Υπάρχουν διαφορές μεταξύ του χρόνου, του τόπου και των εμβολίων, ενώ  χαρακτηρίζεται από τις ανησυχίες γύρω από τον εφησυχασμό και την αναγκαιότητα ή μη της εμβολιαστικής κάλυψης».