Τα ευρωπαϊκά φαρμακευτικά συστήματα στην περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης βρίσκονται σε ένα σταυροδρόμι μεταρρυθμίσεων και η Ελλάδα αποτελεί ένα καλό παράδειγμα τόσο της επιτυχίας όσο και των αποτυχιών των φαρμακευτικών πολιτικών. 

Ήδη πριν από την κρίση, το ελληνικό σύστημα υγείας παρουσίαζε πληθώρα διαρθρωτικών αδυναμιών. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η μακροχρόνια κατασπατάληση πόρων έχει αντικατασταθεί από σοβαρή υποχρηματοδότηση και το ήδη υποβαθμισμένο σύστημα δημόσιας υγείας έχει υποστεί περαιτέρω επιδείνωση της ποιότητας. 

Η υποχρηματοδότηση και οι αυξανόμενες ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες εισάγουν ένα σύστημα υγείας δύο ταχυτήτων, το οποίο κατανέμεται μεταξύ των ασθενών που μπορούν να αντέξουν οικονομικά και να καλύψουν στις ανάγκες περίθαλψής τους και των οικονομικά ευάλωτων που έχουν πρόσβαση μόνο στις απαραίτητες υγειονομικές υπηρεσίες από το σοβαρά περιορισμένο δημόσιο σύστημα υγείας. 

Η φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια με στόχο να περιορίσει τις φαρμακευτικές δαπάνες, μειώνοντας τις τιμές και μετατοπίζοντας μέρος του κόστους στους ασθενείς. 

Η HTA θεωρείται μια μοναδική ευκαιρία για την κάλυψη τόσο των φαρμακευτικών αναγκών του πληθυσμού όσο και των οικονομικών περιορισμών του δημόσιου προϋπολογισμού. Η νομοθεσία που θεσπίστηκε πρόσφατα εισήγαγε μια διαδικασία HTA με βάση μια επιτροπή και όχι ένα ανεξάρτητο όργανο. Η επιτυχία του νέου ρυθμιστικού πλαισίου είναι πολύ νωρίς για να κριθεί. Παρόλα αυτά, το νέο σύστημα τιμολόγησης και αποζημίωσης φαίνεται να είναι ιδιαίτερα κεντρικοποιημένο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συνολική διεθνής εμπειρία. Η Ελλάδα καλείται να ανταποκριθεί στους στόχους ενός διαφανούς, δίκαιου και βιώσιμου συστήματος υγείας και χρειάζονται περαιτέρω βελτιώσεις στη μεταρρύθμιση για την επίτευξη αυτών των μακροπρόθεσμων κοινωνικών και οικονομικών στόχων, ιδίως όσον αφορά έναν αυτόνομο και αποτελεσματικό μηχανισμό HTA.

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει μελέτη του καθηγητή Οικονομικών της Υγείας του ΕΚΠΑ Γιάννη Υφαντοπουλου, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Value in Health για λογαριασμό της Διεθνούς Εταιρείας Φαρμακοοικονομικών (ISPOR).

Η μελέτη, κάνει μια σύντομη αναφορά στο σύστημα υγείας και σημειώνει ότι κατά την έναρξη της κρίσης, οι συνολικές τρέχουσες δαπάνες για την υγεία στην Ελλάδα ήταν από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ως ποσοστό του ΑΕΠ (δηλαδή 9,5%), το οποίο χρηματοδοτήθηκε κυρίως μέσω δημόσιων προγραμμάτων (που υπολογίζεται σε 68,5% συνολικές δαπάνες για την υγεία).

Τα χρόνια προβλήματα και η αποτυχία περιορισμού της αύξησης των δαπανών για την υγεία που προηγήθηκε της κρίσης, έθεσαν τον τομέα της υγείας υπό πίεση για βαθιά μεταρρύθμιση και στο επίκεντρο των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής. 

Ως αποτέλεσμα των μέτρων περιορισμού του κόστους, οι συνολικές τρέχουσες δαπάνες για την υγεία μειώθηκαν κατά 34,5% (από 22,5 σε 14,7 δισ. ευρώ) μεταξύ του 2009 και του 2015 και το ποσοστό της δημόσιας χρηματοδότησης μειώθηκε στο 59,1%.
 
Το ελληνικό σύστημα υγείας παρουσιάζει τα βασικά χαρακτηριστικά τόσο των μοντέλων υγείας της Κεντρικής Ανατολικής και της Νότιας Ευρώπης. Πρόκειται για ένα μείγμα δημόσιων συμβάσεων και δημόσιας αποζημίωσης, παράλληλα με το ΕΣΥ, σε συνδυασμό με έναν υπερανεπτυγμένο ιδιωτικό τομέα. Εξακολουθεί να λείπει ένα ολοκληρωμένο σύστημα υγείας όπως έχει προταθεί και εφαρμοστεί σε πολλές άλλες χώρες της ΕΕ και στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Ο ιδιωτικός τομέας αποτελείται από κερδοσκοπικά νοσοκομεία, διαγνωστικά κέντρα και ιδιώτες γιατρούς, που χρηματοδοτείται κυρίως από πληρωμές εκτός τσέπης, ενώ η ιδιωτική ασφάλιση είναι μόνο συμπληρωματική προς την κοινωνική ασφάλιση υγείας. 

Στο πλαίσιο των μνημονιακών μεταρρυθμίσεων δημιουργήθηκε ο ΕΟΠΥΥ που καλύπτει πλέον το 98% του ελληνικού ασφαλισμένου πληθυσμού με ένα πακέτο τυποποιημένων παροχών. Ο ΕΟΠΥΥ ενεργεί ως μοναδικός αγοραστής φαρμακευτικών, περιπατητικών και νοσοκομειακών υπηρεσιών τόσο από το δημόσιο, όσο και από τους προμηθευτές υγειονομικής περίθαλψης του ιδιωτικού τομέα. 
Μια σειρά άλλων μεταρρυθμίσεων έχουν εφαρμοστεί στον ελληνικό τομέα υγείας τα τελευταία χρόνια με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και του περιορισμού του κόστους, μεταξύ των οποίων οι σημαντικότερες περιλαμβάνουν:

  • υποχρεωτική καθημερινή λειτουργία των δημόσιων νοσοκομείων (2010),
  • μείωση της αμοιβής και περιορισμοί προσλήψεων προσωπικού (2010), 
  • κεντρικές προμήθειες (2010),
  • μείωση των δικαιωμάτων (2011-2012),
  • αύξηση του κόστους χρήσης των υπηρεσιών υγείας (2011),
  • εισαγωγή ενός συστήματος νοσοκομειακών πληρωμών μέσω ΚΕΝ (2011),
  • υποχρεωτική ηλεκτρονική συνταγογράφηση (e-prescription) για όλες τις ιατρικές δραστηριότητες (2012),
  • διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και λογιστικής κοστολόγησης (2012), και 
  • αναδιάρθρωση της ΠΦΥ και υπαγωγή της στο ΕΣΥ (2014), 
  • αποκέντρωση της ΠΦΥ μέσω ενός συστήματος υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας δύο επιπέδων (2017).

Φαρμακευτική πολιτική
 Οι φαρμακευτικές δαπάνες αυξήθηκαν με πολύ ταχύτερο ρυθμό από το ΑΕΠ στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000. Στη δεκαετία του 2000, η Ελλάδα υιοθέτησε επεκτατικές φαρμακευτικές πολιτικές με περιορισμένο δημοσιονομικό έλεγχο, με αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση των φαρμακευτικών δαπανών. Συγκεκριμένα, η συσσωρευμένη αύξηση των φαρμακευτικών δαπανών στην Ελλάδα μεταξύ 2000 και 2007 ήταν τριπλάσια του μέσου όρου της ΕΕ (δηλ. 146% έναντι 58% στην ΕΕ), καθιστώντας έτσι έναν από τους μεγαλύτερους καταναλωτές φαρμάκων στην ευρωπαϊκή περιφέρεια προς το τέλος της δεκαετίας του 2000.

Η Ελλάδα συνδέθηκε με τον υψηλότερο μέσο όρο ετήσιας φαρμακευτικής ανάπτυξης ανά κάτοικο σε πραγματικούς όρους μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ πριν από την κρίση που εκτιμήθηκε σε 11% (2,3% ήταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ) και επίσης με τη μεγαλύτερη αρνητική ανάπτυξη κατά 6,5% ήταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ) κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Μεταξύ του 2009 και του 2015, οι φαρμακευτικές δαπάνες στην Ελλάδα μειώθηκαν από 2,6% σε 2,1% ως μερίδιο του ΑΕΠ (από 6,1 σε 3,8 δισ. ευρώ). Οι περισσότερες χώρες, ιδίως αυτές που υπάγονται σε προγράμματα οικονομικής προσαρμογής (όπως η Πορτογαλία και η Ιρλανδία), συνδέονται με μια προσπάθεια περιορισμού των φαρμακευτικών δαπανών τα τελευταία χρόνια. 

Σύμφωνα με το μνημόνιο, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα πρότειναν την εφαρμογή ενός ευρέος φάσματος φαρμακευτικών πολιτικών ελέγχου του κόστους με στόχο τη μείωση του μεριδίου των φαρμακευτικών δαπανών στο ΑΕΠ σε λιγότερο από 1% μέχρι το έτος 2014. 

Ελλείψει αυτών των πολιτικών, η μελέτη εκτιμά ότι οι δημόσιες φαρμακευτικές δαπάνες θα είχαν φτάσει στο επίπεδο των 8,3 δισ. ευρώ ως το 2016. Ωστόσο, η εφαρμογή μιας σειράς μέτρων όπως ο έλεγχος των τιμών, η αύξηση της συμμετοχής των ασθενών, τα rebates και  clawbacks και οι πολιτικές ηλεκτρονικής συνταγογράφησης κράτησαν τις δημόσιες φαρμακευτικές δαπάνες στο επίπεδο του 1,95 δισ. ευρώ.