Μελέτη του Ινστιτούτου του Βερολίνου για τον Πληθυσμό και την Ανάπτυξη, η οποία αναλύει το δημογραφικό μέλλον της Ευρώπης, αναδεικνύει την φθίνουσα πληθυσμιακή πορεία της χώρας μας. Με βάση τις έως τώρα δημογραφικές τάσεις, η Ελλάδα μέχρι το 2050 είναι πιθανό ότι θα έχει τη χειρότερη αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους  στην Ευρώπη. Εκτιμά ότι έως το 2050 η υψηλότερη μέση ηλικία του πληθυσμού, μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, θα υπάρχει στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία, δύο χώρες που επίσης θα γνωρίσουν εκτός από γήρανση και συρρίκνωση του πληθυσμού τους.

Σύμφωνα με υπολογισμούς της ΕΛΣΤΑΤ, στο διάστημα 2011-2017 ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 355.000.  Στοιχεία της EUROSTAT δείχνουν ότι το 2060, ο πληθυσμός θα φθάσει στα 8,6, το 2070  στα 8,1 και το 2080 στα 7,2 εκατομμύρια. 
Η μείωση των γεννήσεων έχει σαν αποτέλεσμα τη  συρρίκνωση του πληθυσμού και την αύξηση του ποσοστού των ηλικιωμένων.

Σε ένα δυστοπικό πολύ κοντινό μέλλον, ο γηράσκων πληθυσμός θα πεθαίνει από σύνθετες, πολυπαραγοντικές, πολυσυστηματικές νόσους, με ολοένα λιγότερη οικογενειακή συμπαράσταση, μας φέρνει αντιμέτωπους με μεγάλες κλινικές προκλήσεις και ηθικά διλήμματα.

Το μεγάλο ποσοστό της γενιάς που φτάνει στο όριο συνταξιοδότησης, μεταφέρει την ευθύνη για την υποστήριξη  των  κοινωνικών δαπανών σε μια νέα, αριθμητικά μειούμενη, γενιά εργαζομένων και μας αναγκάζει να επανασχεδιάσουμε το σύστημα υγείας, με ορθολογικότερη κατανομή πόρων και την ουσιαστική -πλέον- Σύμπραξη Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα.

 

 

Είναι προφανές ότι ο επανασχεδιασμός αυτός επιβάλλει την δημιουργία οργανωμένων υπηρεσιών για άτομα που έχουν ανάγκη από μακροχρόνια φροντίδα, ανακουφιστική φροντίδα, των  χρονίως  πασχόντων, των ηλικιωμένων και των ασθενών τελικού σταδίου.

Στα πλαίσια αυτού του επανασχεδιασμού, το κράτος θα πρέπει να εντάξει δράσεις όπως το «Βοήθεια στο Σπίτι» σε ένα ενιαίο ευρύτερο σύστημα.

Ο ΕΟΠΥΥ θα πρέπει να αναλάβει, την αποζημίωση μονάδων φροντίδας. Η πρόβλεψη αποζημίωσης από πλευράς ΕΟΠΥΥ, σε συνδυασμό με αποζημίωση από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, θα επιτρέψει σε εξειδικευμένες μονάδες φροντίδας να αναπτυχθούν και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ένα ευρύτερο κοινό. 

Σήμερα δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ασφαλιστικές καλύψεις για  αυτές τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες. Η ασφαλιστική αγορά πρέπει να τις περιλάβει στα υπάρχοντα προγράμματα της, ή να δημιουργήσει νέα. 

Τέλος οι υπηρεσίες υγείας δεν θα πρέπει να επιβαρύνονται με ΦΠΑ ώστε να είναι προσβάσιμες ακόμη και από άτομα με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες.

Με τον προσεκτικό σχεδιασμό, την ανακατανομή πόρων, την ενίσχυση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) και συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα μπορεί να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του συστήματος υγείας και η κοινωνική συνοχή.


Ο κ. Κώστας Στεργιόπουλος, MBA, είναι Επιχειρησιακός Διευθυντής του Mediterraneo Hospital, Μέλος Δ.Σ. του Συνδέσμου Ελληνικών Κλινικών και του Τομέα Υγείας της Δημοκρατικής Ευθύνης