Τα ευρήματα δημοσιεύονται στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Neurology, Neurosurgery, and Psychiatry.

Οι ερευνητές από το Πανεπιστημιακό Ερευνητικό Κέντρο του Ρότερνταμ παρακολούθησαν τους εθελοντές από το 1990 έως το 2016, όταν ακόμη ήταν κάτω από 45 ετών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, 1.489 διαγνώστηκαν με άνοια και 263 με παρκινσονισμό - ο γενικός όρος για μια σειρά συμπτωμάτων, που μπορεί να δει κάποιος σε ασθενείς με Πάρκινσον - ενώ οι 1.285 έπαθαν εγκεφαλικό επεισόδιο.

Ο συνολικός κίνδυνος για κάποιο άτομο ηλικίας 45 χρόνων, να εμφανίσει αργότερα ένα από τα τρία σοβαρά προβλήματα, ήταν 48% για τις γυναίκες και 36% για τους άνδρες, ανέφεραν οι ερευνητές. Η άνοια προκαλούσε την μεγαλύτερη ανησυχία στις γυναίκες, οι οποίες στα 45 τους είχαν 25,9% κίνδυνο να αναπτύξουν την πάθηση, σε σύγκριση με το 13,7% των ανδρών.

"Αυτές είναι οι τρεις πιο συχνές ασθένειες στον ηλικιωμένο πληθυσμό και επίσης μερικές από τις πιο τρομακτικές", δήλωσε ο Silvan Licher, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, ο οποίος εξήγησε ότι ξεκίνησε την έρευνα για να δείξει το βάρος των νευρολογικών ασθενειών στους ηλικιωμένους.

"Στη μέση ηλικία επικεντρωνόμαστε περισσότερο στα καρδιαγγειακά νοσήματα και στον καρκίνο, αλλά οι ασθένειες του εγκεφάλου στη μετέπειτα ζωή τυγχάνουν λιγότερης προσοχής και είναι λιγότερο μελετημένες επιστημονικά. Για τα άτομα άνω των 85 ετών, η άνοια είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος".

Μάλιστα οι ερευνητές επεσήμαναν και το γεγονός ότι στην τρίτη και στην τέταρτη ηλικία τα νοσήματα αλληλοκαλύπτονται, καθώς πολλές φορές συνυπάρχουν δύο και τρία προβλήματα υγείας και ότι η λήψη προληπτικών μέτρων θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά το άχθος αυτών των ασθενειών.

Να σημειωθεί ότι οι ασθενείς, που διαγνώστηκαν με μία από τις τρεις καταστάσεις, βρέθηκαν να έχουν υψηλότερη αρτηριακή πίεση, ανώμαλο καρδιακό ρυθμό, υψηλή χοληστερόλη και διαβήτη τύπου 2 κατά την έναρξη της περιόδου παρακολούθησης.

Οι Ολλανδοί επιστήμονες εκτιμούν ότι εάν η άνοια, ο παρκινσονισμός και το εγκεφαλικό επεισόδιο καθυστερούσαν να εμφανιστούν από ένα έως τρία χρόνια, ο κίνδυνος ανάπτυξής τους θα μπορούσε να μειωθεί κατά 20% μεταξύ των 45άρηδων και άνω του 50% για τους άνω των 85 χρόνων.