Σύμφωνα με όσα αναφέρει άρθρο του περιοδικού Science, τα μοτίβα μετακίνησης των πολιτών και το γεγονός ότι περνάνε πολλές ώρες την ημέρα στον ίδιο χώρο επηρεάζει την εμφάνιση του ιού της γρίπης.

"Βρήκαμε ότι αυτή η δομή κάνει τη διαφορά στο πώς η γρίπη εξαπλώνεται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές του έτους", υπογράμμισε ο επικεφαλής ερευνητής Benjamin Dalziel, καθηγητής βιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Oregon.

Οπλισμένοι με αυτήν την γνώση, οι ειδικοί της δημόσιας υγείας θα μπορούσαν να προβλέψουν καλύτερα πόσο κακή θα είναι η εποχή της γρίπης, εξετάζοντας τα πρόωρα ποσοστά μόλυνσης στις μεγάλες πόλεις.

Η ερευνήτρια Cecile Viboud από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ, που επίσης, συμμετείχε στη μελέτη, επεσήμανε: "Αν μπορούσαμε να ενισχύσουμε την επιτήρηση σε αυτές τις πόλεις, θα μπορούσαμε να προβλέψουμε τη σοβαρότητα των επιδημιών. Επιπλέον θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα δεδομένα για να προβλέψουμε τις επιδημίες σε περιφερειακή ή σε εθνική κλίμακα".

Να σημειωθεί ότι τον περασμένο χειμώνα η γρίπη σκότωσε περίπου 80.000 Αμερικανούς, γεγονός που την κατέταξε ως την πιο θανατηφότα των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών.

Όπως εξήγησαν οι ερευνητές, η γρίπη εξαπλώνεται από άτομο σε άτομο μέσα από τα σταγονίδια που δημιουργούνται, όταν ο ασθενής βήχει ή φτερνίζεται. Αυτό δημιουργεί ένα κινούμενο σύννεφο κινδύνου γύρω από το μολυσμένο άτομο.

"Κατά τη διάρκεια του χειμώνα η υγρασία μειώνεται και αυτό κάνει τον ιό να παραμένει ενεργός στον αέρα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, πράγμα που επεκτείνει σημαντικά το σύννεφο του κινδύνου", σύμφωνα με τον Dr Dalziel.

Αλλά στις μεγαλύτερες πόλεις, όπου οι άνθρωποι είναι ο ένας πάνω στον άλλον, ο ξηρός χειμωνιάτικος καιρός είναι λιγότερο σημαντικός, σύμφωνα με τους ερευνητές.

"Εάν ένα μολυσμένο άτομο καθήσει δίπλα σας, δεν έχει σημασία πόση υγρασία έχει. Βοηθάει τον ιό να βρει τον επόμενο ασθενή, ακόμη και όταν οι κλιματολογικές συνθήκες δεν είναι οι πιο ευνοϊκές".

Η μελέτη δείχνει πώς το μέγεθος των πόλεων θα μπορούσε να συσχετιστεί με μια πανδημία γρίπης, σύμφωνα με τον Dr Amesh Adalja, από το Κέντρο Ασφάλειας Υγείας του Johns Hopkins στη Βαλτιμόρη, ο οποίος δεν συμμετείχε στη νέα μελέτη.