Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο χώρο των επιχειρήσεων παροχής ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας, ο οποίος παρά τις πιέσεις, δείχνει να ανακάμπτει σταδιακά. Σύμφωνα μάλιστα με την κλαδική μελέτη «Ιδιωτικές Υπηρεσίες Υγείας» που εκπόνησε πρόσφατα η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP Group, την τρέχουσα χρονιά τα συνολικά έσοδα των εταιρειών του κλάδου εκτιμάται ότι κινούνται με ρυθμό ανόδου της τάξης του 1,5% σε σχέση με το 2017. Η μελέτη τονίζει παράλληλα ότι στη συγκεκριμένη αγορά σημειώνονται σημαντικές ανακατατάξεις και τάσης συγκέντρωσης, που αλλάζουν και το συγκεκριμένο επιχειρηματικό τοπίο.  
Σύμφωνα με τη μελέτη, ο τομέας στον κλάδο των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας που ξεχωρίζει, είναι τα ιδιωτικά θεραπευτήρια, που διακρίνονται σε μεγάλες πολυδύναμες κλινικές, σε μεσαίες και μικρότερες μονάδες. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., επί συνόλου 45.273 κλινών σε όλα τα θεραπευτήρια της χώρας το 2016, το 1/3 των κλινών ανήκει σε ιδιωτικά θεραπευτήρια. Σημαντικός είναι και ο αριθμός των ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων, αρκετά δε εξ’ αυτών ανήκουν σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Σχετικά δε με τις ανακατατάξεις και τάσεις συγκέντρωσης που αναφέραμε ότι παρατηρούνται στον κλάδο των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας το τελευταίο χρονικό διάστημα, σημειώνεται ότι πέντε μεγάλα ιδιωτικά θεραπευτήρια της Αθήνας άλλαξαν ιδιοκτησιακό καθεστώς, ενώ το ίδιο συνέβη και για δύο διαγνωστικά κέντρα. Επιπλέον, σε εξέλιξη βρίσκεται η διαδικασία για την αλλαγή ιδιοκτησίας ενός ακόμη μεγάλου θεραπευτηρίου της πρωτεύουσας, του Ερρίκος Ντυνάν, για το οποίο μάλιστα σήμερα είναι και η καταληκτική ημερομηνία για το άνοιγμα των προσφορών από την μητρική Τράπεζα Πειραιώς, ενώ το ενδιαφέρον για νέες επιχειρηματικές συμφωνίες αναμένεται να επεκταθεί και εκτός των γεωγραφικών ορίων της Αττικής. 

Όπως αναφέρει ο κ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Senior Consultant Οικονομικών Μελετών της ICAP Group, ο οποίος επιμελήθηκε της συγκεκριμένης μελέτης, η συνολική αγορά των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας (βάσει αξίας), εκτιμάται ότι παρουσίασε αύξηση της τάξης του 1,5% το 2018 σε σχέση με το 2017. Ειδικότερα κατά κατηγορία, οριακή αύξηση της τάξης του 1% εμφανίζουν τα συνολικά έσοδα των κλινικών (γενικές, ειδικές, νευροψυχιατρικές κ.α.), ενώ οριακή αύξηση της τάξης του 1,5% καταγράφουν τα έσοδα των μαιευτικών - γυναικολογικών κλινικών. Σε ελαφρά υψηλότερα επίπεδα εκτιμάται ότι θα κυμανθεί η αγορά των διαγνωστικών κέντρων, κέντρων αιμοκάθαρσης και λοιπών κέντρων, εμφανίζοντας άνοδο της τάξης του 3% την περίοδο 2018/17. Ελαφρά άνοδος της τάξης του 4% εκτιμάται ότι καταγράφουν τα έσοδα για την υποκατηγορία των νευροψυχιατρικών κλινικών την ίδια περίοδο.

Ο κος Παλαιολόγος αναφέρει ότι οι κλινικές αποσπούν το μεγαλύτερο μερίδιο στο σύνολο της αγοράς των ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας, το οποίο εκτιμάται στο 60% περίπου για το 2018. Οι μαιευτικές κλινικές συγκεντρώνουν περίπου το 15% των συνολικών εσόδων, ενώ το υπόλοιπο 25% μοιράζονται τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα – κέντρα αιμοκάθαρσης & λοιπά κέντρα. Ειδικότερα, όσον αφορά τον τομέα των κλινικών, οι γενικές κλινικές αντιπροσωπεύουν μερίδιο της τάξης του 83%, οι νευροψυχιατρικές κλινικές μερίδιο περίπου 6%, οι κλινικές αποκατάστασης επίσης μερίδιο της τάξης του 6% και το υπόλοιπο μοιράζονται οι ειδικές, μικτές και άλλες κατηγορίες κλινικών. 

Στα πλαίσια της μελέτης έγινε εκτεταμένη χρηματοοικονομική ανάλυση των επιχειρήσεων του κλάδου βάσει 17 επιλεγμένων αριθμοδεικτών για την πενταετία 2012-2016. Επίσης, συνετάχθη ομαδοποιημένος ισολογισμός (για την 5ετία 2012-2016) βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος 43 επιχειρήσεων εκμετάλλευσης ιδιωτικών κλινικών, 10 επιχειρήσεων εκμετάλλευσης μαιευτικών κλινικών και 33 επιχειρήσεων εκμετάλλευσης διαγνωστικών κέντρων – μονάδων αιμοκάθαρσης & λοιπών κέντρων.

Ανάλυση Ισολογισμών

Το σύνολο του ενεργητικού των ιδιωτικών κλινικών παρουσίασε σωρευτική μείωση την τελευταία 5ετία σε ποσοστό 22,2% (μείωση 3,8% το 2016 σε σχέση με το 2015. Τα συνολικά έσοδα των ιδιωτικών κλινικών του δείγματος μετά τη σημαντική μείωση (25,8%) που κατέγραψαν το 2013 (πρώτο έτος εφαρμογής του clawback και rebate), τα επόμενα έτη παρουσιάζουν μικρές ετήσιες μεταβολές (οριακή μείωση 0,2% το 2016/15). Το τελικό καθαρό αποτέλεσμα των γενικών κλινικών παρέμεινε ζημιογόνο για 5η συνεχή χρονιά (και το 2016), ωστόσο οι ζημίες συρρικνώθηκαν σημαντικά (μείωση 68,4% το 2016 σε σχέση με το 2015). Αναφορικά με τις μαιευτικές – γυναικολογικές κλινικές, το σύνολο του ενεργητικού κατέγραψε σωρευτική μείωση 11,2% την τελευταία 5ετία, ενώ μετά από μείωση που καταγράφουν τα συνολικά έσοδα το 2013 (15,6%), την επόμενη 3ετία παρουσιάστηκε αύξηση η οποία ανήλθε σε 5,3% το 2016/15.

Σχετικά με το καθαρό αποτέλεσμα, αυτό κατέστη κερδοφόρο (για πρώτη φορά) το 2016 ύστερα από τέσσερα ζημιογόνα έτη (2012-2015).Τέλος, σε ό,τι αφορά τα διαγνωστικά κέντρα – κέντρα αιμοκάθαρσης & λοιπά κέντρα, το σύνολο του ενεργητικού παρουσίασε σωρευτική μείωση 13,8% την 5ετία 2012-2016 γεγονός που οφείλεται κυρίως στη μείωση των απαιτήσεων. Τα συνολικά έσοδα των 33 εταιρειών του δείγματος αυξήθηκαν κατά 4,3% το 2016 σε σχέση με το 2015, ενώ αναφορικά με το τελικό αποτέλεσμα σημαντική αύξηση (52,2%) κατέγραψαν τα κέρδη (προ φόρου) την περίοδο 2016/15 ως αποτέλεσμα της αύξησης του λειτουργικού αποτελέσματος. 

Από δείγμα 72 εταιρειών εκμετάλλευσης ιδιωτικών κλινικών σημαντική αύξηση παρουσίασε το μέσο ετήσιο περιθώριο μικτού κέρδους τη διετία 2015-2016. Επίσης, σε θετικά επίπεδα κυμάνθηκε το μέσο περιθώριο κέρδους EBITDA το 2016 ύστερα από δύο έτη (2014-2015) με αρνητικό πρόσημο. Από τις 12 εταιρείες του δείγματος των μαιευτικών - γυναικολογικών κλινικών, μείωση παρουσίασε τόσο το μέσο ετήσιο περιθώριο μικτού κέρδους το 2016 σε σχέση με το 2015, όσο και το μέσο περιθώριο κέρδους EBITDA. Τέλος, από τις 59 εταιρείες του δείγματος των διαγνωστικών κέντρων - κέντρων αιμοκάθαρσης & λοιπών κέντρων, το μέσο ετήσιο περιθώριο μικτού κέρδους δεν μεταβλήθηκε σημαντικά την περίοδο 2014-2016, ενώ το μέσο περιθώριο κέρδους EBITDA αυξήθηκε περισσότερο το 2016. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί το γεγονός ότι, η εφαρμογή του Νόμου 4172/2013 (μηχανισμός αυτόματων επιστροφών clawback / rebate) από το 2013, επιβάρυνε σε σημαντικό βαθμό τα οικονομικά αποτελέσματα των εταιρειών του κλάδου.