Η αισθητική αυτή επέμβαση μπορεί να έχει μεγάλη επίδραση στην εμφάνιση, αλλά ακόμη μεγαλύτερη στην ιδία αντίληψη γι’ αυτήν, βελτιώνοντας την ψυχολογία στην καθημερινή ζωή.

«Η ρινοπλαστική είναι μία από τις πιο δημοφιλείς κοσμητικές χειρουργικές επεμβάσεις προσώπου, δεδομένου ότι κάθε χρόνο εκτελούνται περισσότερες από 850.000 ρινοπλαστικές παγκοσμίως, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Διεθνούς Εταιρείας Αισθητικής Πλαστικής Χειρουργικής (International Society of Aesthetic Plastic Surgery).

Η αύξηση, που σημειώνεται, οφείλεται, όχι μόνο στην επιθυμία των ανθρώπων για βελτίωση της εμφάνισής τους, καθώς αυτή πάντα υπήρχε, αλλά στην κατάρριψη των ταμπού για τις επεμβάσεις, που μπορούν να την πραγματοποιήσουν», αναφέρει ο πλαστικός χειρουργός προσώπου – ΩΡΛ Δρ. Γεώργιος Μοιρέας, και συμπληρώνει:

«Η ανάγκη για χειρουργική επέμβαση μπορεί να βασίζεται σε αισθητικούς ή λειτουργικούς λόγους ή συνδυασμό και των δύο. Όσοι ασθενείς αποφασίζουν να υποβληθούν σ’ αυτή, ωφελούνται όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχολογικά. Όπως έχουν καταδείξει πολλές μελέτες, μετεγχειρητικά οι ασθενείς απολαμβάνουν καλύτερη ποιότητας ζωής και ψυχολογική ευεξία».

Ωστόσο, υπάρχει μια ομάδα ασθενών που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Πρόκειται για εκείνους που υποφέρουν από τη λεγόμενη διαταραχή σωματικής δυσμορφίας, οι οποίοι είναι σχεδόν αδύνατο να νοιώσουν ικανοποιημένοι. Σύμφωνα με τους ειδικούς, από τη διαταραχή πάσχει 1 στους 50 ανθρώπους. Ενώ οι περισσότεροι δεν δίνουν τόσο μεγάλη έμφαση σε κάποια δυσμορφία του σώματός τους, οι συγκεκριμένοι ασθενείς θεωρούν αντιαισθητικά ορισμένα σημεία του σώματος ή του προσώπου τους, μεγαλοποιώντας και τις πιο μικρές δυσμορφίες.

Σκέφτονται με εμμονή τα σωματικά ελαττώματα πολλές ώρες της ημέρας, είναι αδύνατον να απωθήσουν τις αρνητικές σκέψεις τους, προκαλώντας συναισθηματική δυσφορία και εντέλει έκπτωση στην ποιότητα της ζωής τους. Για να αντιμετωπίσουν τη διαταραχή, χρήζουν ψυχολογικής παρέμβασης, μετά την επιτυχή περάτωση της οποίας και μόνον θα μπορούσε να συζητηθεί το ενδεχόμενο να υποβληθούν σε πλαστική επέμβαση.

Μελέτες έχουν δείξει ότι υπάρχουν ορισμένοι ασθενείς, που δεν ικανοποιούνται εύκολα  μετά από την υποβολή τους σε πλαστική επέμβαση προσώπου. Οι άνδρες, οι νεαροί σε ηλικία ασθενείς, ιδιαίτερα όταν δεν έχουν ρεαλιστικές προσδοκίες, τόσο για τα μετεγχειρητικά αποτελέσματα, όσο και για το απώτερο όφελος, αποτελούν τις ομάδες “υψηλού κινδύνου”.

Συγκεκριμένη μελέτη έχει δείξει ότι όταν ψυχολογική δυσφορία που οφείλεται στην κακή αυτοεκτίμηση λόγω εμφάνισης συμβαδίζει με μια αντικειμενικά κακή εμφάνιση οι ασθενείς μπορούν να ωφεληθούν σημαντικά από τη διενέργεια μιας αισθητικής χειρουργικής επέμβασης. Όσο υψηλότερη είναι, δε, η δυσφορία, λόγω της κακής αυτοεκτίμησης της εμφάνισης, τόσο πιο επιτακτική είναι η ανάγκη για αισθητική χειρουργική επέμβαση.

Με απλά λόγια, όταν υπάρχει πραγματικά έντονη δυσμορφία, την οποία την βλέπουν όλοι, τότε τα οφέλη είναι πολλά, ενώ, όταν την δυσμορφία την βλέπει και την μεγαλοποιεί μόνο ο ασθενής, τότε μιλάμε για πιθανό σωματοδυσμορφικό σύνδρομο και το χειρουργείο σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί λύση.

Παλαιότερες μελέτες έχουν αξιολογήσει την επίδραση της αισθητικής χειρουργικής προσώπου στην ικανοποίηση των ασθενών για την εμφάνισή τους. Ωστόσο η επίδραση της ικανοποίησης της εμφάνισης στο αποτέλεσμα της χειρουργικής επέμβασης ήταν άγνωστη. Στην παρούσα μελέτη επιστήμονες ενδιαφέρθηκαν να ερευνήσουν, αν οι ασθενείς με μεγαλύτερη δυσαρέσκεια έχουν πράγματι περισσότερα οφέλη από τη χειρουργική επέμβαση. Διεξήγαγαν μια προοπτική μελέτη, προκειμένου να αξιολογήσουν τη σχέση μεταξύ της δυσαρέσκειας, που οφείλεται στην εμφάνιση προεγχειρητικά και στην μετεγχειρητική ωφέλεια. Επιπλέον, ενδιαφέρθηκαν να  μάθουν σε ποια πλευρά της ζωής τους (σωματική, ψυχολογική ή κοινωνική), οι ασθενείς αποκομίζουν το μεγαλύτερο όφελος.

Συμπέραναν ότι οι ασθενείς, που έχουν υψηλότερη ψυχολογική δυσφορία, που σχετίζεται με την αυτοεκτίμηση πριν από από τη επέμβαση, ωφελούνται πολύ περισσότερο από μια επιτυχημένη ρινοπλαστική. Οπότε η επέμβαση αυτή, σε προσεκτικά επιλεγμένους ασθενείς, μπορεί να τους προσφέρει σημαντική ικανοποίηση. Οι άνδρες φάνηκε να ωφελούνται λίγο λιγότερο από τις γυναίκες, αν και η αύξηση της ικανοποίησης τους ήταν ίση.