Τρεις δεκαετίες συμπληρώνει η αγορά συμπληρωμάτων διατροφής στην Ελλάδα, αγορά που σε παγκόσμιο επίπεδο ανέρχεται στα 125 δις. ευρώ.  Σύμφωνα με εκπροσώπους του κλάδου των εταιρειών που παράγουν και διακινούν τα εν λόγω σκευάσματα, η διεθνής τάση δείχνει ότι τα προϊόντα αυτά παρουσιάζουν ετήσια άνοδο της τάξης του 8-10% και το 2022 αναμένονται συνολικές πωλήσεις της τάξης των 180 δις. ευρώ. Η Ελλάδα δείχνει σήμερα να κατέχει λιγότερο από το 1% της συγκεκριμένης αγορά, με συνολικό τζίρο της τάξης των 115 εκατ. ευρώ, γεγονός το οποίο οδηγεί στην εκτίμηση ότι υπάρχουν μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης. 

Σύμφωνα λοιπόν με τη σχετική παρουσίαση που έγινε από στέλεχος κορυφαίας εταιρείας συμπληρωμάτων διατροφής στο πλαίσιο του 18ου Pharmapoint, στη Θεσσαλονίκη, η ανάπτυξη του κλάδου σε διεθνές επίπεδο αποδίδεται στη χρησιμότητα των συστατικών που περιέχουν τα εν λόγω σκευάσματα και τα οποία πολλές φορές χρησιμοποιεί και η φαρμακοβιομηχανία. Η αξία τους είναι ιδιαίτερα σημαντική όχι μόνο σε επίπεδο πρόληψης αλλά και επίπεδο ενίσυχσης θεραπευτικών σχημάτων. Η δε εξέλιξη που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια δίνοντας επίσης ώθηση στις πωλήσεις, αφορά κυρίως στο συνδυασμό και τη συνέργεια των συστατικών που περιέχονται στα σκευάσματα. 

Παράλληλα, τονίζεται ότι παρά την απόφαση για απελευθέρωση της αγοράς και την πώληση συμπληρωμάτων από άλλα εμπορικά σημεία εκτός των φαρμακείων, τα εν λόγω σκευάσματα διατηρούν ως κύριο κανάλι διακίνησης τα φαρμακεία. Εκτιμάται ότι το 98% των συμπληρωμάτων διατροφής που καταμετρούν πάνω από 1000 μοναδικούς κωδικούς στην Ελλάδα, διακινούνται από το δίκτυο των φαρμακείων.  Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά τα εν λόγω προϊόντα έχουν ανάγκη τις γνώσεις του φαρμακοποιού και γι' αυτό το άνοιγμα της αγοράς δεν θεωρείται επιτυχημένο. 

Όσον αφορά στη διάθρωση της αγοράς, κυρίαρχα είναι τα σκευάσματα των βιταμινών με 21% και των πολυβιταμινών με 20%. Η συγκεκριμένη κατηγορία κινήθηκε μάλιστα με ετήσιο ρυθμό της τάξης του 20% τα τελευταία χρόνια. Ακολουθούν  τα Ω – λιπαρά οξέα με μερίδιο 15% και άνοδο 25%. Σταθερή φαίνεται με μερίδιο 15% η κατηγορία των συμπληρωμάτων που αφορούν στις αρθρώσεις, ενώ άνοδο 24% σημειώνει η κατηγορία των προβιοτικών που πλέον έχε μερίδιο 8%. Τα σκευάσματα που τονώνουν το ανοσοποιητικό έχουν μερίδιο 5% και σημειώνουν άνοδο 15%, ενώ τα ειδικά σκευάσματα για τη γυναικεία υγεία και ομορφιά έχουν μερίδιο 3% και 6% αντίστοιχα και κινούνται με άνοδο 10%

Η αυξητική πορεία των πωλήσεων συμπληρωμάτων αποδίδεται στο γεγονός ότι σήμερα τα φαρμακεία εστιάζουν σημαντικά σ αυτό το τομέα. Όπως αναφέρθηκε, σήμερα μόλις το 20% του χώρου ενός φαρμακείου καλύπτεται από τη «συρταριέρα» των συνταγογραφούμενων σκευασμάτων και των ΜΗΣΥΦΑ, ενώ το υπόλοιπο προσφέρεται για άλλα προϊόντα με κυριότερα τα συμπληρώματα και τα καλλυντικά.  

Κατά την παρουσίαση αναφέρθηκαν τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας της Μη Κερδοσκοπικής εταιρείας ΑΚΟΣ και του Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) (εδώ) σχετικά με τις αντιλήψεις και  συμπεριφορές υγιών και ασθενών ενηλίκων  αναφορικά με τα συμπληρώματα διατροφής και τη χρήση τους, με βάση την οποία:
1 στους 2 Έλληνες  παίρνουν συμπληρωμάτων διατροφής αναζητώντας το «ελιξίριο» που θα τους διασφαλίσει μακροζωία και καλή ποιότητα υγείας. 
3 στους 4 από όσους δεν παίρνουν, θέλουν να πάρουν. 
1 στους 3 αγοράζει συμπληρώματα διατροφής για λογαριασμό άλλου.
Περίπου ένας στους τέσσερις όσων συμμετείχαν στην έρευνα (23%) κρύβει από το γιατρό του το ότι παίρνει συμπληρώματα διατροφής είτε γιατί φοβάται ότι θα τον επικρίνει είτε γιατί δεν εμπιστεύεται την κρίση του!
Πάνω από 50% δαπανούν μηνιαίως έως και 25 ευρώ ενώ 1 στους 5 διαθέτει πάνω από 50 ευρώ για την αγορά συμπληρωμάτων διατροφής. 
Οι ιδιότητες του σκευάσματος αλλά και η υγιεινή και η ασφάλεια του χώρου στον οποίο πωλείται επηρεάζουν την απόφαση των καταναλωτών.