Συγκεκριμένα βρέθηκε ότι οι αναστολείς Ace, όταν λαμβάνονται για τουλάχιστον 10 χρόνια (ACEIs - 22 εκατομμύρια συνταγογραφήσεις μόνο το 2017 στη Βρετανία), είναι έως 31% πιο πιθανό να συμβάλουν στην ανάπτυξη της επικίνδυνης νόσου.

Τα φάρμακα δρουν παρεμποδίζοντας ένα ένζυμο, το οποίο περιορίζει τα αιμοφόρα αγγεία και αυξάνει την αρτηριακή πίεση.

Ο κίνδυνος αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου, ενώ οι κίνδυνοι για όσους τα παίρνουν πέντε χρόνια είναι 22%, σε σύγκριση με άλλα φάρμακα που μειώνουν την αρτηριακή πίεση, όπως οι βήτα αναστολείς.

Ο καθηγητής επιδημιολογίας του καρκίνου Laurent Azoulay στο Πανεπιστήμιο McGill του Καναδά, επικεφαλής της μελέτης, είπε: "Πρόκειται για μία από τις πιο ευρέως διαδεδομένες κατηγορίες συνταγογραφούμενων φαρμάκων. Οπότε, ακόμη και μικρές επιδράσεις μεταφράζονται σε μεγάλους απόλυτους αριθμούς ασθενών, που διατρέχουν κίνδυνο να νοσήσουν από καρκίνο του πνεύμονα".

Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο BMJ και αφορούν στην περίοδο 1995 έως 2005.

Οι συμμετέχοντες ήταν τουλάχιστον 18 ετών, χωρίς προηγούμενο καρκίνο, και τους παρακολούθησαν κατά μέσο όρο για 6,4 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων εντοπίστηκαν 7.952 κρούσματα καρκίνου του πνεύμονα.

Οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να επηρεάσουν την εμφάνιση της ασθένειας, όπως η ηλικία, το φύλο, ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ), το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ και το ιστορικό πνευμονικών παθήσεων.