Η πρόθεση της Πολιτείας για διατήρηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης σε χαμηλά επίπεδα την προσεχή τετραετία (2019-2022) εκτιμάται ότι δεν θα επιτρέψει στην αγορά των φαρμακαποθηκών να κινηθεί με ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα έτη, τονίζει η νέα έκδοση της κλαδικής μελέτης που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP. Όπως σημειώνεται, η πορεία των φαρμακαποθηκων το 2017 συνέχισε να είναι πτωτική αν και ο ρυθμός ήταν χαμηλότερος σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, στο -0,8%. Για το 2018 εκτιμάται ότι η εν λόγω αγορά θα διατηρηθεί στα τρέχοντα επίπεδα. 

Οι εγχώριες φαρμακαποθήκες αποτελούν σημαντικό κομμάτι του τομέα υγείας. Στην ελληνική επικράτεια δραστηριοποιούνται αφενός μεν ιδιωτικές επιχειρήσεις (εταιρείες), αφετέρου δε προμηθευτικοί συνεταιρισμοί, οι οποίοι αναλαμβάνουν τη διανομή φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών ειδών, κυρίως, στα μέλη τους. Δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην εξάπλωση του δικτύου διανομής τους, ενώ διακινούν μια διευρυμένη γκάμα φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών ειδών, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να διαθέτει ένα από τα πιο οργανωμένα και πυκνότερα δίκτυα διανομής στην Ευρώπη. Στην παρούσα φάση, εκτιμάται ότι υφίστανται περίπου 90 επιχειρήσεις και 40 συνεταιρισμοί. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξημένο ενδιαφέρον από επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics) να εισέλθουν στον κλάδο των φαρμακαποθηκών, καθώς ορισμένες από αυτές έχουν ήδη προχωρήσει στην απόκτηση άδειας διανομής φαρμάκων.

Τα προϊόντα που διακινούν οι φαρμακαποθήκες επηρεάζονται τόσο από δημογραφικούς και κοινωνικούς παράγοντες (ηλικία, βιοτικό επίπεδο, τόπος διαβίωσης, επίπεδο μόρφωσης κλπ.) όσο και οικονομικούς παράγοντες (εισόδημα, τιμές υπηρεσιών, επίπεδο ασφάλισης κ.λπ.). 
Ο Μάρκος Κοντοές, Senior Consultant Οικονομικών Μελετών της ICAP, ο οποίος επιμελήθηκε της συγκεκριμένης μελέτης αναφέρει ότι την τριετία 2007-2009, η συνολική εγχώρια αγορά φαρμακαποθηκών κινήθηκε ανοδικά με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 8,7%. Την περίοδο 2010-2017 κατέγραψε πτώση με μέσο ετήσιο ρυθμό μείωσης της τάξης του 6% (οριακή μείωση 0,8% το 2017 σε σχέση με το προηγούμενο έτος). 
Παράγοντες του κλάδου σημειώνουν ότι το πρόβλημα ρευστότητας παραμένει (όχι στην ίδια ένταση σε σχέση με τα προηγούμενα έτη) προκαλώντας «αναταράξεις» στην αγορά του φαρμάκου και δεν επιτρέπει στην αγορά να ανακάμψει πλήρως και να κινηθεί ανοδικά. Οι ίδιες πηγές συγκλίνουν στο ότι θα επικρατήσουν σταθεροποιητικές τάσεις στην αγορά και τη διετία 2019-2020.

Σύμφωνα με την ανάλυση των στοιχείων, την περίοδο 2009-2013, διαπιστώνεται ότι μειώθηκε σημαντικά το χάσμα μεταξύ του μεγέθους της αγοράς των εταιρειών/φαρμακαποθηκών και των συνεταιρισμών του κλάδου. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια και μετά τη συρρίκνωση που υπέστη η αγορά και την εξ αυτής αναδιάταξη – συγκέντρωση, η σχέση μεταξύ εταιρειών – συνεταιρισμών τείνει να σταθεροποιηθεί. Οι εταιρείες εκτιμάται ότι απέσπασαν ποσοστό 56% της συνολικής εγχώριας αγοράς φαρμακαποθηκών το 2017, ενώ το υπόλοιπο 44% εκτιμάται ότι κάλυψαν οι προμηθευτικοί συνεταιρισμοί.
Η περίοδος από το 2010 και έπειτα σηματοδότησε τη δραστική μείωση τιμών των συνταγογραφούμενων φαρμάκων (κύριο προϊόν διακίνησης των φαρμακαποθηκών), η οποία σε συνδυασμό με τη μείωση των περιθωρίων κέρδους, το εγχώριο περιβάλλον ύφεσης και την έλλειψη ρευστότητας, περιόρισε δραστικά τη συνολική επιχειρηματική δραστηριότητα του κλάδου. Ταυτόχρονα, καταγράφεται η αποχώρηση ηγέτιδων επιχειρήσεων, καθώς και η συρρίκνωση της δραστηριότητας φαρμακαποθηκών με εδραιωμένη παρουσία.  

Οικονομικά στοιχεία
Η ICAP προχώρησε στη σύνταξη ομαδοποιημένου ισολογισμού για τη διετία 2016-2017 όπου χρησιμοποιήθηκαν τα δεδομένα αντιπροσωπευτικών εταιρειών (ιδιωτικών φαρμακαποθηκών). Με βάση αυτά, το σύνολο του ενεργητικού των εν λόγω εταιρειών ενισχύθηκε κατά 12,3% το 2017 σε σχέση με το 2016, ως αποτέλεσμα της αύξησης της αξίας τόσο των καθαρών παγίων όσο και των απαιτήσεων. Τα ίδια κεφάλαια παρουσίασαν μικρή υποχώρηση (κατά 3,8%) το 2017/16, ενώ τόσο οι μεσομακροπρόθεσμες όσο και οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις διευρύνθηκαν σημαντικά την ίδια περίοδο. Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος ενισχύθηκαν κατά 1,5% το 2017/16, ενώ τα μικτά κέρδη παρέμειναν στα ίδια επίπεδα.

Το σύνολο του ενεργητικού αντιπροσωπευτικών συνεταιρισμών (φαρμακαποθηκών) διευρύνθηκε κατά 2,2% το 2017 σε σχέση με το 2016. Τα ίδια κεφάλαια παρέμειναν αμετάβλητα το 2017/16, ενώ και οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις αυξήθηκαν σε σχέση με το προηγούμενο έτος (κατά 2,6%). Οι συνολικές πωλήσεις των συνεταιρισμών περιορίστηκαν κατά 1,6% το 2017/16, ενώ τα μικτά κέρδη παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα.  
Σημειώνεται ότι σε 28 χώρες της Ευρώπης εκτιμάται ότι λειτούργησαν 750 φαρμακαποθήκες περίπου το 2016 (ο αριθμός των φαρμακαποθηκών παγκοσμίως υπολογίζεται ότι ανέρχεται σε περισσότερες από 16.000). Οι εν λόγω φαρμακαποθήκες υπολογίζεται ότι πραγματoποίησαν διανομές σε περισσότερα από 180.000 φαρμακεία/νοσοκομεία.