Κι όλα αυτά, παρόλο που στις μέρες μας τα ποσοστά επιβίωσης για πολλές μορφές καρκίνου είναι αυξημένα.

Η ομάδα εξέτασε δεδομένα για πάνω από 4,7 εκατομμύρια ασθενείς στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι διαγνώστηκαν με καρκίνο μεταξύ του 1995 και του 2015 και διαπίστωσαν ότι ο κίνδυνος θανάτου από αυτοκτονία ήταν 20% μεγαλύτερος σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, χωρίς διάγνωση καρκίνου.

Περίπου 2.500 ασθενείς αυτοκτόνησαν, αντιπροσωπεύοντας λιγότερο από το 1% όλων των θανάτων κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης. Ωστόσο, αυτοί οι θάνατοι θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, αναφέρουν οι ερευνητές στο ιατρικό περιοδικό JAMA Psychiatry.

"Βρήκαμε ότι ο κίνδυνος αυτοκτονίας είναι μεγαλύτερος τους πρώτους έξι μήνες μετά τη διάγνωση", δήλωσε η συγγραφέας της μελέτης Dr Alexandra Pitman από το UCL στο πρακτορείο Reuters. "Επίσης εντοπίσαμε τέσσερις όγκους, που ξεχώρισαν από άποψη μεγαλύτερου κινδύνου".

Σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό των ανθρώπων χωρίς διάγνωση καρκίνου, οι ασθενείς στη μελέτη, που είχαν έναν τύπο πνευμονικής κακοήθειας, γνωστού ως μεσοθηλίωμα, ήταν 4,5 φορές πιο πιθανό να αυτοκτονήσουν, σύμφωνα με τα ευρήματα.

Με τον καρκίνο του παγκρέατος, οι ασθενείς ήταν 3,9 φορές πιο πιθανό να αυτοκτονήσουν, ενώ οι όγκοι του οισοφάγου ήταν συνδεδεμένοι με 2,7 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο. Ο καρκίνος του πνεύμονα συνδέθηκε με 2,6 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο και οι καρκίνοι του στομάχου συνδέθηκαν με 2,2 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονίας.

Αν και η μελέτη δεν σχεδιάστηκε για να αποδείξει εάν και πώς μια διάγνωση καρκίνου μπορεί να συμβάλει στην αυτοκτονία, είναι πιθανό ο κίνδυνος να αυξηθεί, επειδή οι ασθενείς φοβούνται τον θάνατο ή υποφέρουν από τις παρενέργειες της θεραπείας ή αλλάζει η ποιότητα ζωής τους, εκτιμούν οι επιστήμονες.

"Στην κλινική πράξη είναι εμφανές ότι ορισμένοι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν κατάθλιψη ή αγχώδη διαταραχή, ως αντίδραση στη διάγνωση, στη θεραπεία, στην υποτροπή ή στην επιβίωση", δήλωσε η Dr Pitman.

"Για αυτούς τους ασθενείς θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό να εξετάσουμε την έλλειψη διάθεσης, την απελπισία, το άγχος και τις αυτοκτονικές σκέψεις, αλλά και να διασφαλίσουμε ότι οι πόνοι τους είναι υπό έλεγχο και ότι έχουν πρόσβαση σε ψυχολογική υποστήριξη. Οι φροντιστές μπορεί, επίσης, να χρειάζονται τη δική τους ψυχολογική υποστήριξη".