Το 50% των συγγενών των δυνητικά δοτών στην Ελλάδα αρνούνται να συναινέσουν στη δωρεά οργάνων του συγγενούς τους, όταν το αντίστοιχο ποσοστό αρνήσεων σε άλλες χώρες της Ευρώπης είναι περίπου στο 20%. 
 
Στην κατεύθυνση αυτή, προωθείται στη χώρα μας η δημιουργία δύο μητρώων, το εθνικό μητρώο δωρητών οργάνων και το εθνικό μητρώο αρνητών δωρητών οργάνων. Οι συγγενείς και η οικογένειες θα ερωτώνται για το αν θέλουν να παραχωρήσουν τα όργανα του συγγενούς τους, μόνο στην περίπτωση που ο συγγενής δεν είναι εγγεγραμμένος είτε στο ένα, είτε στο άλλο μητρώο. Παράλληλα θα λειτουργεί και η κάρτα του δωρητή οργάνων.
 
Τα παραπάνω επισήμανε ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός, μιλώντας στο συνέδριο για τις μεταμοσχεύσεις, επισημαίνοντας ότι στο πλαίσιο του συνεδρίου θα πρέπει να ενισχυθεί η κοινωνική ευαισθητοποίηση, η υπεύθυνη ενημέρωση και η τροποποίηση αυτής της διστακτικότητας, της δυσπιστίας, της χαμηλής κουλτούρας διαθεσιμότητας από την πλευρά των πολιτών για την προσφορά οργάνων, που φέρνει τη χώρα μας στις τελευταίες θέσεις δοτών οργάνων ανά εκατομμύριο πληθυσμού.
 
Ο υπουργός επισήμανε ότι τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί μία μικρή βελτίωση, ωστόσο  η απόκλιση από τους μέσους όρους των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών είναι τεράστια. Παρατήρησε επίσης, ότι υπάρχουν πραγματικές δυσκολίες και στη λειτουργία του συστήματος υγείας και αυτό αφορά τα κέντρα μεταμοσχεύσεων και τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, τη στελέχωσή τους, την επάρκεια προσωπικού. 
 
Αναφερόμενος στην προκήρυξη κενών οργανικών θέσεων στις ΜΕΘ, σημείωσε πως  γίνεται μια προσπάθεια στη Θεσσαλονίκη, που είναι το μεγάλο κέντρο μεταμοσχεύσεων της χώρας, να υπάρχει μια στοχευμένη ενίσχυση με την ανάθεση σε εντατικολόγους, της εποπτείας του συστήματος. 
 
Σε ότι αφορά τον ΕΟΜ, συμπλήρωσε πως έχει γίνει αρκετή προσπάθεια τα τελευταία χρόνια να στηριχθεί λειτουργικά και χρηματοδοτικά, να μπορέσει να προωθήσει ένα συγκροτημένο εθνικό σχέδιο, να καταθέσει προτάσεις, ιδέες και νομοθετικές ρυθμίσεις, που να ξεπερνούν αυτό το κλίμα δυσπιστίας και έλλειψης εμπιστοσύνης απέναντι σε ένα ανώνυμο σύστημα. 
 
Επισημαίνοντας ότι οι μεταμοσχεύσεις πρέπει  να αποτελέσουν πολιτική προτεραιότητα, σημείωσε πως είναι μια εθνική υπόθεση που απαιτεί κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις και συστράτευση της πολιτείας, του επιστημονικού κόσμου, των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, της Εκκλησίας, του Πανεπιστημίου, όλων.
 
Υπογράμμισε μάλιστα ότι στο πλαίσιο της καθολικής κάλυψης υγείας, μέσα από ένα αναβαθμισμένο δημόσιο σύστημα υγείας θα πρέπει να υπάρξει συνέργεια με τον ιδιωτικό τομέα, στο πλαίσιο του συμπληρωματικού και επικουρικού ρόλου του, και στον τομέα των μεταμοσχεύσεων. 
 
Καταλήγοντας, επεσήμανε πως "η προοπτική της δημιουργίας του Εθνικού Μεταμοσχευτικού Κέντρου σε τη συνεργασία με το Ίδρυμα Ωνάση, που έχει ήδη δρομολογηθεί και νομοθετηθεί και θα προχωρήσει τα επόμενα χρόνια, είναι μια εξαιρετική ιδέα, είναι μία εξαιρετική προοπτική αναβάθμισης των υποδομών. 
Βεβαίως, αυτό που χρειάζεται μετά, είναι και οι άνθρωποι οι οποίοι θα υποστηρίξουν αυτές τις υποδομές, το σύγχρονο εξοπλισμό με γνώση, με αξιοπιστία, με επιστημονική εγκυρότητα  και μαζί με όλες τις παρεμβάσεις θα δώσουν το σήμα στην κοινωνία, ότι σε αυτό το πεδίο υπάρχει ασφάλεια, υπάρχει σεβασμός, αξιοπρέπεια, αξιοπιστία σε όλα τα επίπεδα".