Η μείωση των ανισοτήτων στην υγειονομική φροντίδα λόγω οικονομικής αδυναμίας, δυσκολιών πρόσβασης (νησιά, άγονες περιοχές), μεγάλων αναμονών ή λειτουργικών ανεπαρκειών του ΕΣΥ, αποτελεί κεντρικό πολιτικό στόχο της Κυβέρνησης για την Υγεία μετά το Μνημόνιο.

Η πιο σημαντική και αδιαμφισβήτητη απόδειξη του «κοινωνικού προσήμου» της πολιτικής Υγείας που ασκήθηκε τα προηγούμενα 3-4 χρόνια, είναι ότι αρχίζει να βελτιώνεται αισθητά ένας σημαντικός δείκτης των ανισοτήτων στην Υγεία: το ποσοστό του πληθυσμού που αναφέρει ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες από 4,1% πριν την κρίση (2009) έφτασε στο 14,4% το 2016 και έπεσε στο 10,9% το 2017 μετά το νόμο για την πρόσβαση των ανασφάλιστων, ενώ το ποσοστό αυτό για τους πιο φτωχούς πολίτες, υποδιπλασιάστηκε από το 36,5% στο 19,3%. 

Τα στοιχεία αυτά παρουσίασε χθες στη Βουλή ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός, στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό.

Ο υπουργός σημείωσε ότι ο πρώτος προϋπολογισμός μετά την έξοδο από την κρίση και το Μνημόνιο – αποτυπώνει τη σταδιακή υποχώρηση της σκληρής λιτότητας και την ενισχυμένη δημοσιονομική υποστήριξη του Κοινωνικού Κράτους και της Δημόσιας Περίθαλψης. 

Ανέφερε ότι στον προϋπολογισμό του 2019 ενισχύονται οι δαπάνες Υγείας κατά 128,5 εκ. ευρώ (92,5 εκ. στους κλειστούς προϋπολογισμούς του φαρμάκου και των λοιπών παροχών του ΕΟΠΥΥ και 36 εκ. στις λειτουργικές –πλην φαρμάκου- δαπάνες του ΕΣΥ). Αυτή η αύξηση αποτελεί συνέχεια της ενίσχυσης που δέχτηκε το Δημόσιο Σύστημα Υγείας τα τελευταία 4 χρόνια. Η σωρευτική αύξηση των πιστώσεων (του ορίου δαπανών δηλαδή) για το ΕΣΥ (νοσοκομεία-ΥΠΕ) την περίοδο 2015-2018 ήταν σε δεδουλευμένη βάση 674 εκ. ευρώ, σε σχέση με αυτό που προέβλεπε το προηγούμενο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα (ΜΠΔΣ 2015-2018). 

Στο σημείο αυτό παρατήρησε ότι παράλληλα το ΕΣΥ ενισχύθηκε με πάνω από 6.000 μόνιμους γιατρούς και λοιπό προσωπικό (έχουν αναλάβει υπηρεσία 1.648 γιατροί ΕΣΥ και 4.075 νοσηλευτές-λοιπό παραϊατρικό προσωπικό), με 4.500 περίπου επικουρικούς εργαζόμενους (2.981 γιατροί και 1.445 λοιπό προσωπικό), καθώς και με 4.000 συμβασιούχους μέσω ΟΑΕΔ. 

Η αύξηση των πιστώσεων και του προσωπικού, είπε, "επέτρεψαν την επιβίωση και σταδιακή αναβάθμιση της δημόσιας περίθαλψης στη χώρα, η οποία δεν ήταν ούτε αυτονόητη, ούτε δεδομένη, ούτε εύκολη υπόθεση".

Προανήγγηλε συνέχιση της αυξητικής τάσης των δημόσιων δαπανών υγείας τα επόμενα 4 χρόνια, σύμφωνα με το νέο ΜΠΔΣ 2019-2022 με συνολική ενίσχυση του ορίου αγορών (πιστώσεων) των νοσοκομείων και του ΕΟΠΥΥ με 476,5 εκ. ευρώ.

Ο κ. Ξανθός αναφερόμενος στην κριτική, σημείωσε ότι δεν υπάρχουν περικοπές στις δαπάνες, αντίθετα, η μειωμένη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό υπερκαλύπτεται με την αυξημένη μεταβίβαση πόρων από τον ΕΟΠΥΥ στο ΕΣΥ. 
Η καθαρή χρηματοοικονομική θέση (ταμειακά διαθέσιμα-υποχρεώσεις) του ΕΣΥ και του ΕΟΠΥΥ βελτιώνεται συνεχώς και αναμένεται στο τέλος του 2018 θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα για το ΕΣΥ στα 161 εκ. και για τον ΕΟΠΥΥ στα 322 εκ. Για το 2019 προβλέπονται έσοδα 1,942 δις. για το ΕΣΥ και έξοδα 1,866 δις. Άρα η αγορά φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, αντιδραστηρίων κλπ, καθώς και η μισθοδοσία επικουρικού προσωπικού και συμβασιούχων είναι απολύτως διασφαλισμένη. 
Πρόσθεσε ότι σε κάθε περίπτωση όμως, αν χρειαστεί προσαύξηση του προϋπολογισμού λόγω αυξημένων αναγκών των νοσοκομείων, αυτή εγκρίνεται από το ΓΛΚ. Και πάντα το τελικό όριο δαπανών υπερβαίνει το αρχικό που είχε προϋπολογιστεί. 
Το 2018 υπήρξε ενίσχυση κατά 60 εκ. των λειτουργικών δαπανών του ΕΣΥ και κατά 190 εκ. της δαπάνης για το νοσοκομειακό φάρμακο. 

Αναφερόμενος στην καθολική κάλυψη υγείας και την πρόσβαση των ανασφαλίστων στο σύστημα υγείας, σημείωσε πως 852.000 ανασφάλιστοι (με ξεχωριστό ΑΜΚΑ) στο πρώτο 11μηνο του 2018, συνταγογραφήθηκαν για φάρμακα αξίας 205 εκ. ευρώ και για εξετάσεις αξίας 65 εκ. ευρώ. 

Χαρακτήρισε δε, πολύ σημαντικό ότι η δημόσια δαπάνη Υγείας αυξάνεται σταδιακά μετά το «δημοσιονομικό χαμηλό» του 2014 (4,63% του ΑΕΠ) στο 5,16% του ΑΕΠ το 2017, αλλά και ότι αλλάζει η αναλογία Δημόσιο/Ιδιωτικό στο σύνολο των δαπανών υγείας. 

Το 2014 η σχέση ήταν 58% δημόσια δαπάνη και 42% ιδιωτική, ενώ το 2017 έγινε 61% και 39% αντίστοιχα, αλλάζοντας τους συσχετισμούς υπέρ του Δημόσιου Τομέα και μειώνοντας την επιβάρυνση των πολιτών με out of pocket πληρωμές, στο πλαίσιο μιας αντι-νεοφιλελεύθερης πολιτικής στην Υγεία, παρά τους σοβαρούς περιορισμούς της λιτότητας.

Αναφερόμενος στον προγραμματισμό για τα επόμενα χρόνια, έκανε λόγο για πολύ σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές και σύγχρονο εξοπλισμό, με νέες δομές ΠΦΥ (ΤΟΜΥ), ενίσχυση των Εργαστηρίων των Κέντρων Υγείας και των δημόσιων δομών αποκατάστασης (ΚΕΦΙΑΠ), 2 νέα νοσοκομεία του ΕΣΥ που δρομολογούνται με τη δωρεά του ΙΣΝ, Εθνικό Μεταμοσχευτικό Κέντρο μέσω του Ιδρύματος Ωνάση κλπ. "Όλα αυτά δείχνουν ότι το Δημόσιο διευρύνεται και πλέον ανακτά «ζωτικό χώρο» στην Υγεία, αναζητώντας την επικουρική συνδρομή και οριοθετημένη συνεργασία με τον Ιδιωτικό τομέα, με κοινούς κανόνες και μηχανισμούς ελέγχου της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών", είπε χαρακτηριστικά. 

Σύμφωνα με τον υπουργό, "κρίσιμος όρος για την εφαρμογή του πολιτικού σχεδίου της καθολικής κάλυψης είναι η διασφάλιση αυξημένου «δημοσιονομικού χώρου» για τη Δημόσια Περίθαλψη και το Κοινωνικό Κράτος. Οφείλουμε, μέσα από ένα προγραμματισμό 4ετίας (στο πλαίσιο του ΜΠΔΣ) να συγκλίνουμε σταδιακά με τους μέσους ευρωπαϊκούς όρους στις δημόσιες δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ (στην Ελλάδα 5,2%, στην ΕΕ 6,8%-7,0%), την κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας (στην Ελλάδα 1650 ευρώ/έτος, τα 2/3 του μέσου όρου στην ΕΕ) και στις άμεσες ιδιωτικές δαπάνες υγείας (35% στην Ελλάδα, 15% στην ΕΕ). Ο βασικός στόχος πρέπει να είναι η αύξηση των δημόσιων δαπανών υγείας κατ’ έτος, ώστε σε βάθος 4ετίας να συγκλίνουν με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους και υπερβούν το κρίσιμο όριο του 6% του ΑΕΠ".