Τη μελέτη εκπόνησαν τα Πανεπιστήμια του Έξετερ και της Οξφόρδης. Οι ερευνητές εξέτασαν στοιχεία για πάνω από 220.000 άνδρες, από τους οποίους οι 6.000 είχαν στυτική δυσλειτουργία.

Η έρευνα αντανακλά πρόσφατα ευρήματα, σύμφωνα με τα οποία η στυτική δυσλειτουργία έχει γενετική αιτία και προχωράει περαιτέρω, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο ένας πιο υγιεινός τρόπος ζωής να μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου. Τα νέα συμπεράσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό American Journal of Human Genetics.

Χρησιμοποιώντας γενετική ανάλυση αιχμής, η ερευνητική ομάδα μπόρεσε να εμβαθύνει περισσότερο από ποτέ στις περίπλοκες συσχετίσεις μεταξύ διαβήτη και παραγόντων όπως το σωματικό βάρος. Διαπιστώθηκε ότι η ύπαρξη γενετικής προδιάθεσης για τον διαβήτη τύπου 2 συνδέεται με τη στυτική δυσλειτουργία, παρέχοντας στοιχεία ότι ο διαβήτης μπορεί να αποτελεί αιτία προβλημάτων στύσης.

Πολύ λίγες κλινικές μελέτες για τον διαβήτη έχουν αναφέρει στυτική δυσλειτουργία ως αποτέλεσμα του βελτιωμένου ελέγχου της γλυκόζης. Αυτό περιορίζει τα συμπεράσματα, που μπορούν να εξαχθούν, σχετικά με το κατά πόσο η θεραπεία του διαβήτη είναι πιθανό να επηρεάζει τη στυτική ικανότητα.

Η Dr. Anna Murray, από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Exeter, μία εκ των επικεφαλής συγγραφέων της μελέτης, δήλωσε: "Η στυτική δυσλειτουργία επηρεάζει τουλάχιστον έναν στους πέντε άνδρες άνω των 60 ετών, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει γίνει γνωστό τίποτε σχετικά με την αιτία της. Η εργασία μας επαναλαμβάνει τα πρόσφατα ευρήματα ότι η αιτία μπορεί να είναι γενετική και προχωρά περαιτέρω.

Η προδιάθεση για διαβήτη τύπου 2 συνδέεται με τη στυτική δυσλειτουργία, γεγονός που μπορεί να σημαίνει ότι εάν οι άνθρωποι μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο διαβήτη, μέσω ενός πιο υγιεινού τρόπου ζωής, μπορεί, επίσης, να αποφύγουν την ανάπτυξη της στυτικής δυσλειτουργίας".