Συγκέντρωση διαμαρτυρίας πραγματοποίησαν το μεσημέρι στο υπουργείο Υγείας οι γιατροί του ΣΕΥΠ-ΕΟΠΥΥ-ΠΕΔΥ με αφορμή τη λήξη των συμβάσεών τους και την υποχρεωτική επιλογή είτε της ένταξής τους στο ΕΣΥ με κλείσιμο του ιατρείου τους, είτε της διατήρησης του ιδιωτικού ιατρείου και της εξαίρεσής τους από το δυναμικό των ΠΕΔΥ.

Στο πλαίσιο της κινητοποίησης, οι εκπρόσωποι του κλάδου, είχαν συνάντηση με τον υπουργό Υγείας Ανδρέα Ξανθό, όπου συζήτησαν το αίτημα των γιατρών να δοθεί νέα παράταση στο σημερινό εργασιακό καθεστώς που τους επιτρέπει να λειτουργούν ιδιωτικά ιατρεία παράλληλα με τις υπηρεσίες που προσφέρουν στις δομές ΠΦΥ (πρώην ΠΕΔΥ, νυν Κέντρα Υγείας αστικού τύπου).  

Με ανακοίνωσή του το υπουργείο Υγείας υπενθύμισε ότι αυτή η εκκρεμότητα δημιουργήθηκε όταν το 2014, περίπου 3000 γιατροί εξωθήθηκαν σε αποχώρηση από τις δημόσιες δομές (Πολυϊατρεία ΙΚΑ), με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στις νέες δομές (ΠΕΔΥ) γιατροί δύο ταχυτήτων: 
τα 2/3 περίπου όσων έμειναν (1400) έκλεισαν τα ιατρεία τους και εντάχθηκαν στο ΕΣΥ ως γιατροί πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης  (με μισθολογική-βαθμολογική εξομοίωση με τους γιατρούς ΕΣΥ) και 
το 1/3 (περίπου 700) παρέμεινε, λόγω ασφαλιστικών μέτρων  που είχαν κερδίσει στο παρελθόν, στο προηγούμενο καθεστώς διατηρώντας το ιδιωτικό τους ιατρείο. 

Όπως ανέφερε το υπουργείο Υγείας, η κυβέρνηση νομοθέτησε, μετά από μια πολυετή  μεταβατική  περίοδο  που  κλείνει στις 31-12-2018, τη  δυνατότητα πλήρους ένταξης τους στο ΕΣΥ με την ενιαία εργασιακή σχέση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης (ΠΑΑ) και, φυσικά, με την προϋπόθεση διακοπής της λειτουργίας ιδιωτικού ιατρείου.

Για το θέμα,  ο υπουργός Υγείας δήλωσε ότι «από 1-1-2019 δεν απολύονται γιατροί από το ΕΣΥ, αλλά λήγει ένα ιδιαίτερα «απλόχερο» μεταβατικό διάστημα 4 ετών που εξασφάλισε αυτή η κυβέρνηση (όπως ακριβώς ήταν η προεκλογική δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ και σε αντίθεση με τον «εκβιασμό της 1 εβδομάδας» το 2014) για την ομαλή ενσωμάτωση στο ΕΣΥ και της τελευταίας ομάδας γιατρών που διατηρούσε ιδιωτικό ιατρείο.

Δεν είναι δυνατόν να προβάλλεται ως «απόλυση» η επιλογή κάποιων γιατρών (ευελπιστούμε ότι θα είναι η μειοψηφία)  να μην  παραμείνουν στο ΕΣΥ με πλήρη δικαιώματα- και μάλιστα στο βαθμό του Διευθυντή οι περισσότεροι- επειδή αρνούνται να  κλείσουν το ιδιωτικό τους ιατρείο  όπως έκαναν και οι χιλιάδες, άλλοι γιατροί των νοσοκομείων και των Κέντρων Υγείας της χώρας».

Και πρόσθεσε «Το Υπουργείο Υγείας εξάντλησε όλα τα περιθώρια νομοθέτησης ευνοϊκών ρυθμίσεων  που δημιουργούν κίνητρα παραμονής στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας. Έχουμε  ήδη προβλέψει τη δυνατότητα για τους γιατρούς που έχουν “νοσοκομειακές” ειδικότητες να έχουν ενεργό συμμετοχή στην πρωινή και  απογευματινή λειτουργία, αλλά και στην εφημερία των όμορων νοσοκομείων. Έτσι αναιρείται το επιχείρημα της επιστημονικής απαξίωσης των ειδικευμένων γιατρών της ΠΦΥ και της απαγόρευσης άσκησης κλινικού έργου που δεν μπορεί να προσφερθεί σε επίπεδο ΠΦΥ».

Καταλήγοντας, ο κ. Ξανθός πρόσθεσε ότι το υπουργείο Υγείας έχει δώσει το “σήμα” με την τελευταία προκήρυξη 455 ειδικευμένων γιατρών για τα ΚΥ αστικού και αγροτικού τύπου, ότι είναι αναγκαίες και οι υπόλοιπες ειδικότητες, πέραν των οικογενειακών γιατρών, σε ένα αναπτυγμένο και ολοκληρωμένο δίκτυο δημόσιων υπηρεσιών ΠΦΥ .

Ανέφερε ότι «στην πραγματικότητα, αυτό που κλείνει οριστικά από 1-1-2019 είναι ένα στρεβλό, ξεπερασμένο και τελικά αναποτελεσματικό σύστημα και επεσήμανε ότι η δημόσια περίθαλψη θέλει γιατρούς αφοσιωμένους στο ΕΣΥ και απερίσπαστους στη διαρκή προσπάθεια για την καθολική, ισότιμη και δωρεάν κάλυψη των υγειονομικών αναγκών των πολιτών.
 
Η κυβέρνηση και το υπουργείο Υγείας αναγνωρίζουν τη διαχρονική προσφορά όλων των γιατρών που υπηρετούν στις δημόσιες δομές Υγείας, αλλά έχουν και την υποχρέωση να διασφαλίσουν περιβάλλον ισονομίας και ενιαίων εργασιακών σχέσεων σε όλους, χωρίς διακρίσεις.  Αυτή είναι η πολιτική μας επιλογή: η παραμονή με τους ίδιους όρους, με τα ίδια δικαιώματα, αλλά και με τις ίδιες υποχρεώσεις, όσων γιατρών επιθυμούν πραγματικά να συνεισφέρουν στην αναδιοργάνωση της Δημόσιας ΠΦΥ στη χώρα».