Η αποδιοργάνωση του συστήματος υγείας, η αμέλεια, τα ιατρικά λάθη, η διαφθορά, είναι φαινόμενα τα οποία προβάλλονται και εντυπωσιάζουν συχνά την κοινή γνώμη, ειδικά όταν η έκβαση είναι τραγική. Όμως υπάρχει και άλλη μια διάσταση, που συνήθως την αφήνουμε να εκτυλίσσεται μέσα στη σιωπή. Υπάρχει η διάσταση της καλής επικοινωνίας του γιατρού με τους ασθενείς του. Η ειλικρινής συζήτηση, του ασθενή με τον γιατρό του και άλλους επαγγελματίες υγείας, μπορεί να λυτρώσει από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια της ασθένειας και να γκρεμίσει το τείχος της ασυνεννοησίας, με το οποίο βρισκόμαστε αντιμέτωποι όταν η ασθένεια μας αναγκάζει να πλοηγηθούμε σε ένα πολύπλοκο και κατακερματισμένο υγειονομικό σύστημα.

Η αρρώστια δεν αφορά μόνο μια σωματική βλάβη ή μια βιοχημική δυσλειτουργία. Αφορά το σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης. Αφορά συναισθήματα και σκέψεις για την ασθένεια, την απόγνωση, την αίσθηση της άγνοιας και της αδυναμίας. Ο απρόσωπος, σιωπηλός, αδιάφορος ή ψυχρός χαρακτήρας της ιατρικής, η υπεροψία της γνώσης και της εμπειρίας, θα πρέπει να αντικατασταθεί από ανθρωποκεντρική προσέγγιση, στην οποία ο σεβασμός της αυτονομίας του ασθενούς και της πλήρους ενημέρωσης του, για την κατάσταση της υγείας του και τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές του, θα αποτελεί βασική προτεραιότητα. Υπό αυτό το πρίσμα οι εκτιμήσεις για την ποιότητα του υγειονομικού συστήματος, δεν θα πρέπει μόνο να βασίζονται σε παραμέτρους, όπως είναι ο αριθμός των γιατρών ή των κλινών ανά χίλιους κατοίκους, αλλά και σε παραμέτρους που αφορούν το βαθμό συμμετοχής του ασθενούς στην προάσπιση της υγείας του.

Πολλοί ασθενείς, όταν φτάνουν στη στιγμή να υποβληθούν σε μια εξέταση ή επέμβαση ή να ξεκινήσουν μια θεραπεία αναρωτιούνται αν ο γιατρός, τους έχει δώσει τη σωστή ιατρική γνωμάτευση και τη σωστή θεραπεία. Κάθε ασθενής, ειδικά τη στιγμή που βιώνει την οξεία φάση της ασθένειας, μπορούμε να πούμε ότι αισθάνεται πληροφοριακή πείνα αναφορικά με την ασθένεια, τις αιτίες που την προκάλεσαν, τα συμπτώματα, τις επιπλοκές και κυρίως την έκβασή της. Η συμμετοχική λήψη απόφασης προϋποθέτει ότι οι ασθενείς έχουν όλη την πληροφόρηση που απαιτείται, ώστε να κατανοήσουν την εξέταση ή την θεραπεία, στην οποία θα πρέπει να υποβληθούν.

H συμμετοχή στη λήψη απόφασης είναι μια συνεργατική διαδικασία, κατά την οποία παρέχονται οι καλύτερα διαθέσιμες τεκμηριωμένες πληροφορίες στους ασθενείς σχετικά με τις διαγνωστικές και θεραπευτικές επιλογές, τις πιθανές βλάβες και τα οφέλη τους. Επιπλέον εμπεριέχει την ενθάρρυνση –ενδυνάμωση των ασθενών, ώστε να χρησιμοποιούν αυτές τις πληροφορίες στο διάλογο τους με τους γιατρούς, καθώς και για να λαμβάνουν αποφάσεις για την υγειονομική τους περίθαλψη, οι οποίες ευθυγραμμίζονται καλύτερα με τις αξίες, τις προτιμήσεις τους και τον τρόπο ζωής τους.

Η συμμετοχή των ασθενών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι  ένα πολύπλοκο ζήτημα. Είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ένα μοντέλο για όλους τους ασθενείς. Οι ασθενείς έχουν διαφορετικές επιθυμίες και ποικίλη υγειονομική παιδεία. Άλλοι θέλουν να αποφασίζουν μόνοι τους, άλλοι δεν αντέχουν να λαμβάνουν βαρυσήμαντες αποφάσεις. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν πραγματικά ελευθερία, επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης, και οι περισσότεροι άνθρωποι τρέμουν την ανάληψη ευθύνης. Άλλοι πάλι θέλουν να λαμβάνουν τη γνώμη πολλών πριν αποφασίσουν.

Επιπλέον η συμμετοχική λήψη απόφασης θα πρέπει να ειδωθεί στο πλέγμα και το πλαίσιο πραγματικών υποδομών και πόρων, καθώς και στο πλαίσιο του κόστους και της αποτελεσματικότητας. Ο ασθενής και ο γιατρός είναι οι δύο κύριοι παράγοντες, που θα πρέπει να αλληλεπιδρούν κατά τη διάρκεια της συμμετοχικής λήψης απόφασης, αλλά υπάρχουν και ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη, όπως για παράδειγμα οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και οι ασφαλιστικές εταιρείες, τα οποία επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης απόφασης.

Παρά τις δυσκολίες στην εφαρμογή της, αρχίζει να διαφαίνεται ότι η συμμετοχική λήψη απόφασης είναι η διαδικασία και το μέσο που μπορεί να επιτευχθεί η εξυγίανση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και να διασφαλιστεί η ασφάλεια των ασθενών. Η καλή επικοινωνία και η συμμετοχή των ασθενών στη λήψη αποφάσεων, που σχετίζονται με την υγεία τους, αποτελεί τη διαδικασία που μπορεί να φέρει την ιατρική πιο κοντά σε αυτούς που την υφίστανται.

*Η κ. Έφη Σίμου, είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας