Πλήρης ίαση της ηπατίτιδας C (τύπου 1 και 4) είναι πλέον εφικτή μετά από τρίμηνη συνδυαστική θεραπεία που εγκρίθηκε στη χώρα μας από την άνοιξη και σύντομα αναμένεται να τιμολογηθεί ώστε να κυκλοφορήσει στην αγορά.

Η θεραπεία δεν περιλαμβάνει ιντερφερόνη, αντίθετα αποτελείται από δύο δισκία. Το πρώτο περιέχει τις ουσίες ομπιτασβίρη/ παριταπρεβίρη/ ριτοναβίρη και το δεύτερο ντασαμπουβίρη, με ή χωρίς ριμπαβιρίνη. Η ίαση που πετυχαίνει, ξεπερνά το 95%.

Γι΄ αυτή την αγωγή, η βιοφαρμακευτική εταιρία AbbVie έχει λάβει άδεια κυκλοφορίας και στα 28 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Ελβετία, την Ισλανδία, το Λιχτενστάιν και τη Νορβηγία.

Η ασθένεια
Η ηπατίτιδα C, είναι μια λοιμώδης νόσος που προσβάλει το ήπαρ προκαλώντας φλεγμονή και νέκρωση του ιστού, εξαιτίας του ιού της ηπατίτιδας C (HCV), ο οποίος ανακαλύφθηκε μόλις το 1989. Έχουν ανακαλυφθεί έξι τύποι του ιού (γονότυποι), οι οποίοι απαντώνται με διαφορετική συχνότητα σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου.

Ο Γονότυπος 1 είναι ο συχνότερος, καθώς ευθύνεται για το 60% των λοιμώξεων, παγκοσμίως. Ο υπότυπος 1a παρουσιάζει υψηλότερο επιπολασμό στις ΗΠΑ, ενώ ο υπότυπος 1b στην Ευρώπη. Ο Γονότυπος 2 απαντάται κυρίως στη Δυτική Αφρική, ο Γονότυπος 3 παρουσιάζει μεγάλο επιπολασμό και μεταβλητή κατανομή σε διάφορα κράτη, ο Γονότυπος 4 απαντάται κυρίως σε Μέση Ανατολή, Αίγυπτο και Κεντρική Αφρική, ο Γονότυπος 5 απαντάται σχεδόν αποκλειστικά στη Νότια Αφρική και ο Γονότυπος 6 απαντάται στην Ασία. 

Στην Ελλάδα κυρίαρχοι γονότυποι είναι οι GT 1 (44%), GT 3 (35%, κυρίως χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών ουσιών) και GT 4 (15%). 
 
Η μετάδοση της νόσου
Η ηπατίτιδα C μεταδίδεται κυρίως με την επαφή του ατόμου με μολυσμένο αίμα ή παράγωγα αίματος. Δεν μεταδίδεται με φτέρνισμα, βήχα, φαγητό ή νερό, ούτε μέσω καθημερινής επαφής, όπως το φιλί, η χειραψία και το αγκάλιασμα. Από το 1992, στα περισσότερα κράτη, περιλαμβανομένης και της Ελλάδας, γίνεται έλεγχος των αιμοδοτών καθώς και των προϊόντων αίματος για τον ιό της ηπατίτιδας C.

Περισσότεροι από 350.000 άνθρωποι πεθαίνουν ετησίως από τη νόσο, καθώς οι πάσχοντες ξεπερνούν τα 160 εκ. πληθυσμού. Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι πάσχουν περί τις 170.000 άτομα όμως μόνο οι 32.000 είναι διαγνωσμένοι, ενώ σε θεραπεία υποβάλλονται 13.500. Οι νέες λοιμώξεις κάθε χρόνο υπολογίζονται σε 3.500.

Η θεραπεία
Για την υπαγωγή ασθενών στο νέο σχήμα θα πρέπει να υπάρχει προηγούμενη έγκριση από τις αρμόδιες επιτροπές του ΕΟΠΥΥ σχετικά με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται ο ασθενής.

Το κόστος της θεραπείας με την έγκρισή του, θα κυμαίνεται μεταξύ 32.800 - 35.700 ευρώ ανάλογα με τον γονότυπο.
Σε πρόσφατη αναδρομική μελέτη στο 14ο Πανελλήνιο Ηπατολογικό Συνέδριο, όπου μετείχαν 146 ασθενείς με χρόνια ΗCV λοίμωξη, παρακολουθούμενοι σε δύο εξειδικευμένα κέντρα, διαπιστώθηκε ότι η Πολιτεία δαπανά συνολικά για: 
- Κάθε ασθενή με χρόνια HCV σταδίου ίνωσης F3-F4: 13.000 ευρώ
- Κάθε ασθενή με χρόνια HCV σταδίου ίνωσης F4 με μη-αντιρροπούμενη κίρρωση: 30.000 ευρώ
- Κάθε ασθενή με ηπατοκυτταρικό καρκίνο: 48.000 ευρώ.

Κατά περίπτωση ασθενείς στο ίδιο στάδιο ίνωσης, κοστίζουν στο σύστημα υγείας από 55.000-200.000 ευρώ, ανάλογα με το χρόνο νοσηλείας και παλαιότερης γενιάς φαρμακευτικές αγωγές που όμως έχουν σοβαρές παρενέργειες και συχνά οδηγούν σε διακοπή της θεραπείας.  
Για το λόγο αυτό, κρίνεται απολύτως απαραίτητη η δημιουργία μητρώου ασθενών.

Οι επιπτώσεις
Επειδή δεν εμφανίζονται συμπτώματα έγκαιρα, η ηπατίτιδα C αποτελεί την κύρια αιτία μεταμόσχευσης ήπατος και ηπατοκυτταρικού καρκίνου διεθνώς.

Μεταξύ 10-40% των ασθενών με χρόνια λοίμωξη HCV παρουσιάζει κίρρωση, μάλιστα το 10%-15% θα αναπτύξει κίρρωση εντός των πρώτων 20 ετών από τη λοίμωξη. Το ποσοστό θνησιμότητας το πρώτο έτος από την εμφάνιση καρκίνου του ήπατος που σχετίζεται με την ηπατίτιδα C, είναι 33%.

Οι ασθενείς με ηπατίτιδα C αντιμετωπίζουν  έντονο κοινωνικό στίγμα, το οποίο μπορεί να επηρεάσει την αυτοεκτίμηση και την ψυχική τους υγεία, καθώς και την πρόσβασή τους στην ιατρική περίθαλψη.
 
Η AbbVie
Η AbbVie κατατάσσεται στη 10η θέση διεθνώς βάσει κύκλου εργασιών που έφθασε πέρυσι τα 20 δισ. ευρώ. Το 2014 διέθεσε το 17% των πωλήσεών της στην έρευνα και ανάπτυξη νέων προϊοντων, ενώ για το 2015, το ποσοστό ενδέχεται να αυξηθεί μέχρι και το 20%. Στο χαρτοφυλάκιό της με τα νέα προϊόντα που πρόκειται να κυκλοφορήσουν τα επόμενα χρόνια, περιλαμβάνονται φάρμακα ανοσολογικά  - ογκολογικά, νευρολογικά, νεφρολογικά, ηπατολογικά, και το 30% αυτών, αφορά βιολογικούς παράγοντες.

Στην Ελλάδα, η AbbVie διατηρεί το 7% των κλινικών μελετών της μητρικής, δαπανώντας 4,5 εκ. ευρώ σε έρευνα. Πέρυσι κατέγραψε κύκλο εργασιών 60 εκ. ευρώ, μειωμένο κατά 6% σε σχέση με το 2013. Απέσπασε τα βραβεία "Best Places to Work" και "The best people to work with", ενώ βραβεύτηκε σε έρευνα φήμης στην τρίτη θέση μεταξύ 34 εταιριών, σε ότι αφορά την "ακεραιότητα" της.

Στο χαρτοφυλάκιο της μητρικής εταιρίας περιλαμβάνονται σημαντικά νέα φάρμακα, τα οποία σύμφωνα με την έκβαση των κλινικών μελετών, προγραμματίζεται να βγαίνουν σε κυκλοφορία με ρυθμό δύο νέων σκευασμάτων ετησίως μέχρι το 2020.