Το χάσμα των διαφορών στους δείκτες που οριοθετούν την υγεία παραμένει βαθύ και επίμονο. 

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η αναλογία κατανομής των πόρων και η προσβασιμότητα στις υπηρεσίες υγείας παρουσιάζουν δραματικές ανισότητες με πυρήνα τους, την φτώχεια

Σοβαρή διχοστασία έχει αναδειχθεί τις τελευταίες δεκαετίες όσον αφορά την επιλογή για αποδοχή ή απόρριψη της επίδειξης «ευαισθησίας στην ύπαρξη των πόρων» προκειμένου να προσφερθούν οι υπηρεσίες υγείας και αν είναι αποδεκτό η έλλειψη, η μη δυνατότητα διάθεσης των απαιτούμενων πόρων να επηρεάζει την παροχή και την ποιότητα των υπηρεσιών αυτών. 

H επιλογή επίδειξης ή μη επίδειξης ευαισθησίας (resource sensitivity/ insensitivity) στους διαθέσιμους πόρους για την πρόσβαση και την παροχή των υπηρεσιών υγείας βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των συστημάτων υγείας σε παγκόσμιο επίπεδο. 

Σύμφωνα με την Gro Harlem Brundtland, γενική διευθύντρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) την περίοδο από το 1998 έως το 2003, «αν όλες οι υπηρεσίες υγείας πρέπει να παρέχονται σε όλους, τότε τελικά δεν υπάρχει η δυνατότητα να παρέχονται. Συνεπώς, καταρχάς θα πρέπει να επιλέγονται οι υπηρεσίες που εξυπηρετούν την καλύτερη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας». 

Οι υποστηρικτές της αντίληψης για την ανάγκη και το δικαίωμα «επίδειξης ευαισθησίας στους διαθέσιμους πόρους» θεωρούν ότι η υιοθέτηση μιας τέτοιας πρακτικής δεν είναι σε καμία περίπτωση λανθασμένη. Ως παράδειγμα για να αιτιολογήσουν την άποψή τους, χρησιμοποιούν τους ασθενείς που ζουν σε φτωχές χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου για τους οποίους έχει δειχθεί ότι παρουσιάζουν θεμελιώδεις διαφορές σε σχέση με αυτούς που ζουν στον αναπτυγμένο και, κατά συνέπεια, και οι στρατηγικές αντιμετώπισης των προβλημάτων συχνά απαιτείται να διαφέρουν. 

Σύμφωνα με την επιλογή που θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να αξιολογείται η ύπαρξη των απαιτούμενων πόρων για την παροχή μιας υπηρεσίας υγείας οι πολιτικές και οι παρεμβάσεις υγείας δεν μπορούν παρά να αποτελούν  τα εργαλεία για την προώθηση στόχων. Για την προώθηση των στόχων αυτών όμως, δεν είναι απαραίτητο ότι το ίδιο εργαλείο είναι πάντα εξίσου αποτελεσματικό σε όλες τις περιπτώσεις, δηλαδή σε όλες τις χώρες και για όλους τους ανθρώπους, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ειδικές συνθήκες. 

Ειδικές συνθήκες που σύμφωνα με τους υποστηρικτές της άποψης αυτής, μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα μιας υγειονομικής παρέμβασης είναι οι εξής: 
α) Διαφορετικές βιολογικές-γενετικές αντιδράσεις σε ασθένειες, 
β) Η προέλευση της ασθένειας, 
γ) Η σοβαρότητα της ασθένειας ,
δ) Η ύπαρξη των απαραίτητων υποδομών, 
ε) Η διαθεσιμότητα σε εκπαιδευμένο και εξειδικευμένο προσωπικό, 
στ) Η πληθυσμιακή πυκνότητα, 
ζ) Οι γενικότεροι προϋπολογισμοί που προορίζονται για την υγεία. 

Οι υποστηρικτές της αντίθετης άποψης, δηλαδή της «μη επίδειξης ευαισθησίας στους διαθέσιμους πόρους» για την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, υποστηρίζουν ότι η παροχή των υπηρεσιών υγείας δεν μπορεί να εξαρτάται από τους κοινωνικοοικονομικούς πόρους ενός ατόμου, μιας ομάδας, μιας περιοχής ή μιας χώρας γενικότερα. 

Οι παροχές σε υπηρεσίες υγείας θα πρέπει να εξαρτώνται από την ύπαρξη των υπηρεσιών και από την ανάγκη κάποιου γι’ αυτές και όχι από τους πόρους που μπορεί να διαθέσει για να τις αποκτήσει. 

Η παροχή ισότιμης ποιότητας υπηρεσιών υγείας σε όλους τους πληθυσμούς του πλανήτη είναι μονόδρομος και αδιαπραγμάτευτος στόχος. Δεν νοείται σε ηθικό επίπεδο η υγειονομική φροντίδα, η οποία σχετίζεται ευθέως με το υπέρτατο δικαίωμα του ανθρώπου, αυτό της ζωής, να επηρεάζεται από την έλλειψη κοινωνικοοικονομικών πόρων, πολύ περισσότερο όταν κάποιος δεν έχει καμία ευθύνη για την έλλειψή τους. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά αυτή που σέβεται της αρχές της βιοηθικής με έμφαση στις αρχές της ισότητας και της δικαιοσύνης. Όλοι οι άνθρωποι, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έχουν τα ίδια δικαιώματα και η αντίληψη ότι όσοι δεν έχουν τους απαιτούμενους οικονομικούς πόρους, θα πρέπει να υποχωρήσουν και να αποδέχονται μιας «δεύτερης κατηγορίας» φροντίδα υγείας είναι απλώς ανήθικη. 

Η κατάσταση στην υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ανεξάρτητο πρόβλημα, αλλά ως πολιτικό και δομικό πρόβλημα της παγκοσμιοποίησης. Η επιλογή για επίδειξη ευαισθησίας στην ύπαρξη των πόρων - ίσως και επίδειξης κοινωνικής αναλγησίας λειτουργεί παράλληλα με την επιλογή του αναπτυγμένου και πλουσιότερου κόσμου να εντάξει στις πολιτικές του τη στήριξη ασθενέστερων περιοχών και χωρών. Η πρακτική αυτή λειτουργεί αποενοχοποιητικά, αλλά κυρίως ως αμυντικός μηχανισμός ασφαλείας και ως στοιχείο γενικότερης διπλωματίας. Υπάρχει πολύ μικρή αμφιβολία για το γεγονός ότι οι ανθρωπιστικές βοήθειες που συχνά προθυμοποιείται να προσφέρει ο αναπτυγμένος κόσμος δεν στοχεύουν στην κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά στην εκτόνωση του κλίματος αντίδρασης και διαμαρτυρίας των φτωχότερων χωρών και στην προώθηση των δικών του «παγκοσμιοποιημένων» - εθνικών συμφερόντων. 

Η κρίση στο χώρο της υγείας, σε διεθνές επίπεδο, είναι εξαιρετικά βαθιά και οφείλεται σε παράγοντες που δεν είναι δυνατόν να επιλυθούν με τροποποίηση αλγορίθμων. Η επίλυση των προβλημάτων απαιτεί εκτός από διαρθρωτικές αλλαγές, ριζοσπαστικές επιλογές και τομές σε προτεραιότητες και δομές. Δυστυχώς μέχρι σήμερα κρυφές πολιτικές ατζέντες της παγκοσμιοποίησης αμύνονται σταθερά και σθεναρά υπέρ της διαιώνισης της φτώχειας και της ανισότητας και στην υγεία.

*H κ. Φωτεινή Τζαβέλλα, είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας Υγείας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου - Το άρθρο της δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Νέα Υγεία.