Ένας από τους κύριους θεματικούς άξονες ενασχόλησης που έχει αναδείξει η χαρτογράφηση του γνωστικού αντικειμένου της κοινωνιολογίας της υγείας είναι η κοινωνική διαμόρφωση της υγείας. Το ενδιαφέρον εδώ επικεντρώνεται στους κοινωνικούς προσδιοριστές της υγείας και στην ανάδειξη και ερμηνεία των κοινωνικών διαφοροποιήσεων που παρατηρούνται στην κατάσταση υγείας και στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας μεταξύ των επιμέρους κοινωνικών ομάδων οι οποίες τοποθετούνται σε διαφορετικό επίπεδο στην κλίμακα της κοινωνικής ιεράρχησης.

Η εμπειρική και κανονιστική διάσταση των διαφοροποιήσεων αυτών αναδεικνύεται με αναφορά στις έννοιες της ανισότητας και της ανισοτιμίας. Η ανισότητα παραπέμπει στην περιγραφική αποτύπωση μιας υφιστάμενης κατάστασης διαφορών και αποκλίσεων μεταξύ ομάδων του πληθυσμού ως προς το επίπεδο υγείας και την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, εκφρασμένων σε μετρήσιμα μεγέθη, ενώ η ανισοτιμία αναφέρεται στις ανισότητες εκείνες οι οποίες θεωρούνται περιττές, αποφεύξιμες, αθέμιτες και άδικες με βάση αξιακές θέσεις, ανάλογα με τις θεωρίες που υιοθετεί κάποιος ως προς τα ζητήματα διανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Οι απαρχές της κοινωνιολογικής έρευνας για την κοινωνική διαμόρφωση της υγείας μπορούν να αναζητηθούν στη δημοσίευση το 1897 του έργου του Γάλλου κοινωνιολόγου Emile Durkheim για τις κοινωνικές αιτίες της αυτοκτονίας. Αυτή ήταν η πρώτη έρευνα δοκιμασίας της ερμηνευτικής ικανότητας ενός συνόλου κοινωνιολογικών αποφάνσεων αναφορικά με μια σημαντική αιτία θανάτου η οποία εμφανιζόταν να είναι άνισα κατανεμημένη μεταξύ των κοινωνικών ομάδων της γαλλικής κοινωνίας. Το βασικό συμπέρασμα του Durkheim ότι η διακύμανση των αυτοκτονιών είναι αντίστροφη της έντασης της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής αλληλεγγύης αποτέλεσε το έρεισμα για τη διεξαγωγή ερευνών σχετικά με τους προσδιοριστικούς παράγοντες που επιδρούν στην υγεία ενός πληθυσμού. 
Από την επισκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας θα μπορούσαν να εξαχθούν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα και να αναδειχθεί ο μεγάλος πλούτος του σχετικού κοινωνιολογικού προβληματισμού και των ερευνητικών ευρημάτων.

Αναφορικά με τους προσδιοριστικούς παράγοντες της υγείας, βαρύνουσα σημασία αποδίδεται στο επίπεδο εκπαίδευσης, το επάγγελμα και το εισόδημα, στοιχεία τα οποία παραπέμπουν στην κοινωνική διαστρωμάτωση και τον ορισμό των κοινωνικών τάξεων. 
Τα άτομα με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας και νοσηρότητας, καθώς η εκπαίδευση αυξάνει τις κοινωνικές δεξιότητες και τις ευκαιρίες του ατόμου για επαγγελματική και κοινωνική ανέλιξη και το βοηθά να προωθήσει έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής. Η επαγγελματική θέση, τοποθετεί τα άτομα μέσα στην κοινωνική δομή, η οποία καθορίζει την πρόσβαση στους πόρους και τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει κανείς και που επηρεάζουν τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα, συνδέεται με ένα ιδιαίτερο εργασιακό περιβάλλον και συνθήκες απασχόλησης, υγιεινής και ασφάλειας και επιδρά στον τρόπο ζωής και την υιοθέτηση συμπεριφορών όπως το κάπνισμα ή η κατανάλωση αλκοόλ.
Επιπροσθέτως, όσο λιγότερο ισότιμη είναι η διανομή του εισοδήματος σε μια χώρα, τόσο λιγότερο ευνοϊκά είναι τα αποτελέσματα υγείας, με τα υψηλά εισοδηματικά κλιμάκια να εμφανίζουν καλύτερους δείκτες σε σχέση με τα χαμηλότερα. 
Άλλοι σημαντικοί κοινωνικοί προσδιοριστικοί παράγοντες της υγείας είναι το φύλο, η φυλή και η εθνότητα, η γεωγραφική περιφέρεια και ο τόπος, η κοινωνική δικτύωση και ο βαθμός κοινωνικής αλληλεγγύης, το πολιτικοοικονομικό περιβάλλον και οι επιπτώσεις των μακροοικονομικών πολιτικών και των πολιτικών απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας. Ένας ακόμα προσδιοριστικός παράγοντας της υγείας είναι ο βαθμός πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας. Εδώ το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο βαθμό δικαιοσύνης του επιμερισμού του βάρους της χρηματοδότησης των υπηρεσιών υγείας μεταξύ των κοινωνικών ομάδων και στο κατά πόσο άτομα με ίδιες ανάγκες λαμβάνουν παρόμοια θεραπεία ανεξάρτητα από τα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά τους.

Σε σχέση με την ανίχνευση των μηχανισμών αιτιότητας που συνδέουν τους παραπάνω παράγοντες με την ύπαρξη ανισοτιμιών στην υγεία, τρία κύρια ερμηνευτικά υποδείγματα έχουν αναπτυχθεί: της "κοινωνικής επιλογής", της "κοινωνικής αιτιότητας" και του "κύκλου ζωής". 
Σύμφωνα με την κοινωνική επιλογή, οι ανισοτιμίες στην υγεία μπορούν να ερμηνευτούν ως αποτέλεσμα της επίδρασης που ασκεί το επίπεδο υγείας του ατόμου, στον προσδιορισμό της κοινωνικοοικονομικής θέσης που κατέχει και της κοινωνικής κινητικότητας που αυτό εμφανίζει. 
Η κοινωνική αιτιότητα υποστηρίζει ότι η κοινωνία προσδιορίζει την υγεία των ατόμων, δεδομένου ότι το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο αυτά διαβιούν είναι υπεύθυνο για την έκθεσή τους σε συγκεκριμένους επιζήμιους για την υγεία κινδύνους.  Εδώ εντάσσονται θεωρήσεις όπως η πολιτική οικονομία των υλικών πόρων, η εκδοχή των ψυχοκοινωνικών παραγόντων και η επίδραση του κοινωνικού κεφαλαίου. 
Τέλος, η διάρκεια του κύκλου ζωής επισημαίνει τη δυναμική των πραγμάτων στη διάρκεια του χρόνου και ενσωματώνει στο ερμηνευτικό πλαίσιο τόσο βιολογικούς όσο και ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες, παραπέμποντας στην παράμετρο του υγειακού κεφαλαίου, δηλαδή τη συσσώρευση πόρων υγείας, τόσο σωματικών όσο και ψυχοκοινωνικών, που έχουν κληρονομηθεί και αποκτηθεί κατά τη διάρκεια των πρώτων σταδίων ζωής και οι οποίοι προσδιορίζουν την τρέχουσα καθώς και τη μελλοντική κατάσταση υγείας.

Σκοπός της παραπάνω σύντομης παρουσίασης ήταν  να επισημάνει τη σημασία αυτού που ο Charles Wright Mills αποκαλούσε "κοινωνιολογική φαντασία", αναδεικνύοντας τη συμβολή της κοινωνιολογικής έρευνας στην κατανόηση ότι τα ζητήματα της υγείας και της ασθένειας είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένα με τις κοινωνικές διαδικασίες.


*Ο κ. Χαράλαμπος Οικονόμου, είναι Καθηγητής του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου - Το άρθρο του δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Νέα Υγεία