Η αρθρίτιδα είναι μια πολύ συχνή, χρόνια και δαπανηρή νόσος που μπορεί να οδηγήσει τους ηλικιωμένους σε αναπηρία.

Όπως σημειώνει ο ορθοπαιδικός χειρουργός Δρ. Αθανάσιος Τσουτσάνης, η νόσος προκαλεί και άλλες παθήσεις, σωματικές ή ψυχικές, γεγονός που έχει αποδειχθεί επιστημονικά.

Ενδεικτικά, από μια μελέτη που περιέλαβε στοιχεία 1 εκατομμύριο ανθρώπους διαπιστώθηκε ότι το ποσοστό των ασθενών με αρθρίτιδα, που χαρακτηρίζουν γενικά την υγεία τους "μέτρια" ή "φτωχή", είναι διπλάσια εκείνων χωρίς τη νόσο. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, οι πάσχοντες αντιμετωπίζουν δυσκολίες εκτέλεσης των καθημερινών δραστηριοτήτων, όπως το να εργάζονται, αισθάνονται σωματικά καταβεβλημένοι κατά ποσοστό τουλάχιστον διπλάσιο από εκείνους χωρίς αρθρίτιδα, και δηλώνουν κακοδιάθετοι (άγχος, κατάθλιψη ή συναισθηματικά προβλήματα) περισσότερες μέρες τον μήνα, συγκριτικά με τα άτομα χωρίς αρθρίτιδα.

Παρότι τα ποσοστά κατάθλιψης και άγχους στους πάσχοντες ποικίλλουν, τα δεδομένα δείχνουν ότι μπορεί να είναι από δύο έως και δέκα φορές υψηλότερα από εκείνα στον γενικό πληθυσμό, με τις διαφορές να οφείλονται στον τύπο της αρθρίτιδας. Αντίστροφα, σε μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 2011-2014 φάνηκε ότι η συχνότητα εμφάνισης της αρθρίτιδας στους συμμετέχοντες με ήπια, μέτρια και σοβαρή κατάθλιψη ήταν 55,0%, 62,9% και 67,8% αντίστοιχα.

Το άγχος και η κατάθλιψη μπορεί να μειώσουν το όριο ανοχής του πόνου, ο οποίος, όταν βιώνεται καθημερινά, είναι σωματικά και συναισθηματικά στρεσογόνος παράγοντας και με τη σειρά του επιδεινώνει το άγχος και την κατάθλιψη. Το χρόνιο άγχος αλλάζει τα επίπεδα των χημικών ουσιών του οργανισμού. Ορμονικές αλλαγές, όπως της κορτιζόλης, της σεροτονίνης και της νορεπινεφρίνης, επηρεάζουν τη διάθεση, τη σκέψη και τη συμπεριφορά και η διατάραξη της ισορροπίας τους δύναται να οδηγήσει σε κατάθλιψη.

Παρότι δεν είναι γνωστό πώς ο πόνος σχετίζεται με την κατάθλιψη, μια από τις τελευταίες θεωρίες αφορά στον ρόλο της φλεγμονής, δεδομένου ότι οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι τα άτομα με συμπτώματα κατάθλιψης είχαν επίπεδα C αντιδρώσας πρωτεΐνης (μιας ουσίας που παράγεται στο ήπαρ ως απόκριση στη φλεγμονή), 31% υψηλότερα από εκείνα όσων δεν είχαν καταθλιπτικά συμπτώματα.

Επιπλέον πολλοί ασθενείς με αρθρίτιδα έχουν πολλαπλές συννοσηρότητες, συμπεριλαμβανομένης της παχυσαρκίας, της καρδιακής νόσου, της νεφρικής νόσου και του σακχαρώδη διαβήτη, οι οποίες μπορούν να περιορίσουν τις θεραπευτικές επιλογές, δεδομένης της πιθανότητας αλληλεπιδράσεων των φαρμακευτικών θεραπειών. Ο πιθανότερος λόγος ανάπτυξής τους είναι ο περιορισμός της σωματικής δραστηριότητας και οι λιγότερες κοινωνικές επαφές, που οδηγούν συχνά σε μελαγχολία και κατάθλιψη.

«Η μεγάλη πλειονότητα αυτών των προβλημάτων υγείας είναι τροποποιήσιμη. Τα άτομα με αρθρίτιδα είναι σε θέση να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής τους.

Ωστόσο ο πόνος που βιώνουν είναι ανασταλτικός παράγοντας, ιδιαίτερα όταν αυτός εντοπίζεται στις μεγάλες αρθρώσεις του σώματος: στο ισχίο και στο γόνατο. Προκειμένου να ξεφύγουν από αυτόν τον φαύλο κύκλο σωματικών και ψυχικών συμπτωμάτων θα πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να κάνουν μια νέα αρχή», σημειώνει ο Δρ. Τσουτσάνης. 

Όσον αφορά στην οστεοαρθρίτιδα, την πιο συχνή μορφή αρθρίτιδας, η άσκηση και η επίτευξη ενός υγιούς βάρους είναι βασικές προϋποθέσεις ύφεσης του πόνου και της δυσλειτουργίας. Παράλληλα, μπορεί να συνταγογραφηθούν αναλγητικά, όπως παρακεταμόλη, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή ακόμα και ντουλοξετίνη, μια ουσία που έχει αναλγητικές αλλά και αντικαταθλιπτικές ιδιότητες.  

Η φυσικοθεραπεία βοηθά στην ενδυνάμωση των μυών της πάσχουσας περιοχής, στη διεύρυνση των κινήσεων και στην ύφεση του πόνου. Επιβοηθητικά λειτουργούν και ορισμένες μορφές ήπιας άσκησης, όπως π.χ. γιόγκα, η οποία μειώνει ταυτόχρονα και τα επίπεδα του στρες. Όταν αυτά τα μέτρα αποτύχουν, μπορούν να δοκιμαστούν ενέσιμες θεραπείες απευθείας στην άρθρωση.

Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις που δεν ανταποκρίνονται σ’ αυτές τις συντηρητικές θεραπευτικές μεθόδους, οπότε οι ασθενείς καταφεύγουν στη χειρουργική επέμβαση, προκειμένου να κατορθώσουν να απαλλαγούν οριστικά από τα συμπτώματα και να βελτιώσουν, έτσι, τα συνυπάρχοντα νοσήματα, σωματικά και ψυχικά.