Οι καθηγήτριες κ.κ. Αντωνία Τριχοπούλου και Παγώνα Λάγιου από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το Γραφείο Επιδημιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών συμμετείχαν σε μεγάλη Ευρωπαϊκή έρευνα, για τους παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν τη θνησιμότητα των γυναικών. Όπως διαπιστώθηκε, η εμφάνιση της περιόδου με καθυστέρηση, η γέννηση παιδιών, ο θηλασμός τους, καθώς και η λήψη αντισυλληπτικών χαπιών μειώνουν τον κίνδυνο και αυξάνουν το προσδόκιμο ζωής των γυναικών.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Melissa Merritt από το Imperial College του Λονδίνου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο Βρετανικό ιατρικό περιοδικό "BMC Μedicine", όπως αναφέρει το ΑΠΕ, ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 323.000 γυναίκες από 10 χώρες, ηλικίας από 25 έως 70 χρόνων. Κάθε γυναίκα παρακολουθήθηκε για περίπου 13 χρόνια (12,9 συγκεκριμένα) και σε αυτό το διάστημα υπήρξαν συνολικά 14,3831 θάνατοι, από τους οποίους οι 5.938 από καρκίνο και οι 2.404 από καρδιαγγειακά αίτια.

Η ανάλυση έδειξε ότι οι γυναίκες που γέννησαν είτε πολύ νωρίς (έως τα 20 τους) ή σχετικά αργά (μετά τα 31 τους), αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, σε σχέση με όσες γέννησαν μεταξύ 20-30 ετών. Επίσης, όσες θήλασαν τα μωρά τους, έχουν μειωμένο κίνδυνο, σε σχέση με όσες δεν θήλασαν. Επιπλέον οι γυναίκες που είχαν την πρώτη περίοδό τους σε ηλικία 15 ετών και μετά, έχουν μικρότερο κίνδυνο έναντι όσων εμφάνισαν εμμηνόρροια πριν από τα 12 τους. Όσες έπαιρναν αντισυλληπτικά χάπια (και δεν κάπνιζαν), είχαν μειωμένο κίνδυνο.

Ο κίνδυνος θανάτου από καρκίνο είναι μικρότερος στις γυναίκες που έχουν γεννήσει σε σχέση με όσες δεν έχουν κάνει παιδί. Επιπλέον, όσες έχουν γεννήσει δύο ή περισσότερες φορές, κινδυνεύουν λιγότερο σε σχέση με όσες έχουν γεννήσει μόνο μια φορά. Όσον αφορά στους θανάτους από καρδιαγγειακά αίτια, βρέθηκε ότι μειωμένος είναι ο κίνδυνος για όσες έχουν γεννήσει, έχουν θηλάσει και εμφάνισαν περίοδο με καθυστέρηση.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ορμονικοί είναι πιθανώς οι μηχανισμοί που εξηγούν τη συσχέτιση των αναπαραγωγικών παραγόντων με τον κίνδυνο θανάτου. Όπως είπαν, χρειάζονται περαιτέρω μελέτες για να επιβεβαιώσουν τα ευρήματα και να φωτίσουν τα αίτιά τους.