Η συσχέτιση κοινωνικο-οικονοµικών παραγόντων µε την υγεία έχει τεκµηριωθεί από τη διεθνή επιστηµονική κοινότητα. 

Σύµφωνα µε τον Παγκόσµιο Οργανισµό Υγείας τα στοιχεία είναι αδιάσειστα, ότι οι κακουχίες, οι στερήσεις, η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισµός και οι διακρίσεις κοστίζουν ζωές • το εργασιακό στρες αυξάνει τον κίνδυνο για αρρώστια •η επαπειλούµενη απόλυση και η ανεργία προκαλούν κακή υγεία και πρόωρο θάνατο •το κοινωνικό περιβάλλον επηρεάζει την κατάχρηση οινοπνευµατωδών ποτών, τσιγάρου και ναρκωτικών µε καταστροφικές συνέπειες για την υγεία •και ότι λόγω της παγκοσµιοποίησης, η διακίνηση, η ασφάλεια, η επάρκεια και η ποιότητα της τροφής είναι πολιτικό ζήτηµα. 

Συνεπώς, δεν αποτελεί παράδοξο το ότι σε περιόδους κρίσης, όπου όλες αυτές οι αρνητικές συνθήκες ζωής επιτείνονται, παρατηρείται αύξηση της νοσηρότητας και της θνησιµότητας. Επίσης, συνήθως γίνεται περιστολή των δαπανών, κοινωνικών και υγείας, οι οποίες θα αποτελούσαν το δίχτυ ασφαλείας για τις ευάλωτες πληθυσµιακές οµάδες. Το ερώτηµα είναι αν αυτό ακριβώς πρέπει να αποφεύγεται. ∆ηλαδή, αν η επένδυση στην υγεία σε περιόδους κρίσης είναι αυτή που θα βοηθήσει στην αντιµετώπισή της και στην οικονοµική ανάπτυξη, που είναι το ζητούµενο. 

Οι Suhrcke και συν. (2005) πρότειναν στο µοντέλο τους ότι η υγεία δρα θετικά στην αποδοτικότητα των ατόµων και της κοινωνίας, αυξάνει την προσφορά εργασίας, αυξάνει την πιθανότητα το άτοµο να έχει µεγαλύτερες δεξιότητες και εποµένως να έχει µεγαλύτερες πιθανότητες να βρει εργασία µε υψηλότερες οικονοµικές αποδόσεις. Συνεπώς αυξάνεται η πιθανότητα συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτά δε τα θετικά οικονοµικά αποτελέσµατα, µε τη σειρά τους, επιδρούν θετικά στους κοινωνικο-οικονοµικούς προσδιοριστές της υγείας, συνεπώς υπάρχει ένα κυκλικό θετικό ενισχυτικό αποτέλεσµα στην καλή υγεία. 

Επιστηµονικές ενδείξεις ότι ισχύει αυτό το µοντέλο, κατά το οποίο η υγεία συµβάλλει σε θετικά οικονοµικά αποτελέσµατα, δόθηκαν από την Επιτροπή για την Μακροοικονοµία και την Υγεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2001. 

Για παράδειγµα, σε χώρες χαµηλού και µεσαίου εισοδήµατος, βρέθηκε ότι όταν η βρεφική θνησιµότητα ήταν χαµηλή το 1965, για τα επόµενα τριάντα χρόνια καταγράφηκαν υψηλότεροι ρυθµοί αύξησης του ΑΕΠ. 

∆ηλαδή, σε µακρο-επίπεδο οι χώρες που ξεκίνησαν µε καλύτερη υγεία πέτυχαν υψηλότερη οικονοµική ανάπτυξη. Στη Βραζιλία, το ύψος των ενηλίκων, το οποίο αποτελεί έναν προσεγγιστικό δείκτη της υγείας και της θρέψης κατά την παιδική ηλικία, είχε θετική συσχέτιση µε υψηλότερο µισθό τόσο σε άτοµα µε υψηλή όσο και µε χαµηλή µόρφωση. 

∆ηλαδή και σε µικρο-επίπεδο η καλή παιδική υγεία συσχετίστηκε µε θετικότερα οικονοµικά αποτελέσµατα κατά την ενήλικη ζωή. 
Μέσα από πληθώρα ενδείξεων, η Επιτροπή κατέληξε στο ότι σε χώρες χαµηλού και µεσαίου εισοδήµατος η υγεία δεν είναι απλά ένα «παράπλευρο» αποτέλεσµα της οικονοµικής ανάπτυξης, αλλά ένας από τους κύριους προσδιοριστές της οικονοµικής ανάπτυξης και µείωσης της φτώχειας.
Ένα 10% αύξηση προσδόκιµου επιβίωσης µπορεί να οδηγήσει σε 0,3% έως 0,4% ετήσια αύξηση του ΑΕΠ. 

Αντίστοιχες µελέτες για τις αναπτυγµένες χώρες δείχνουν ότι τόσο το ύψος όσο και το βάρος συσχετίζονται θετικά µε υψηλότερο µισθό και εισόδηµα. Επίσης, η καλύτερη υγεία συνδέεται µε υψηλότερη πιθανότητα συµµετοχής στο εργατικό δυναµικό. 

Αντίθετα, σε περίπτωση αρρώστιας ενός µέλους της οικογένειας επηρεάζεται η προσφορά εργασίας: οι άνδρες µειώνουν την προσφορά εργασίας για να φροντίσουν το άρρωστο µέλος, ενώ οι γυναίκες αυξάνουν την προσφορά εργασίας για να αντιµετωπίσουν τις οικονοµικές ανάγκες της οικογένειας.

Επίσης, στις αναπτυγµένες  χώρες, όπου κατά τεκµήριο υπάρχουν συστήµατα κοινωνικής ασφάλισης, η αρρώστια αυξάνει την προσδοκία συνταξιοδότησης, δηλαδή την έξοδο από την αγορά εργασίας. 

Σε µελέτες µακροοικονοµικής επίδρασης της υγείας βρέθηκε ότι υψηλότερο προσδόκιµο επιβίωσης και χαµηλότερη θνησιµότητα σχετίζεται µε επακόλουθη αύξηση του πλούτου. Η καλή υγεία αποτελεί προβλεπτικό παράγοντα επακόλουθης οικονοµικής ανάπτυξης σε όλες τις µελέτες σε χώρες χαµηλού εισοδήµατος. Σε χώρες υψηλού εισοδήµατος, όπου το νοσολογικό προφίλ είναι διαφορετικό, η χαµηλή θνησιµότητα από καρδιαγγειακά νοσήµατα συνδέεται µε επακόλουθη οικονοµική ανάπτυξη. 

Ο Usher (1973) βρήκε ότι σε Καναδά, Γαλλία και Ιαπωνία, στη µείωση της θνησιµότητας µπορεί να αποδοθεί το 30% της αύξησης του πλούτου. Παρόµοιο εύρηµα για τις ΗΠΑ (Nordhaus, 2003) έδειξε ότι στην αύξηση του πλούτου συνέβαλε περισσότερο η υγεία παρά τα άλλα αγαθά και οι υπηρεσίες. Για χώρες της Ευρώπης, (McKee και συν., 2005), µε βάση την αξία της µείωσης της θνησιµότητας, οι αποδόσεις των δαπανών υγείας βρέθηκαν να κυµαίνονται από 47% για τη Γαλλία έως 274% για τη Σουηδία. 

Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι στην Ευρώπη των 15 ο τοµέας της υγείας αντιπροσωπεύει το 7% του ΑΕΠ και ότι στην υγεία και την πρόνοια απασχολείται το 9% του εργατικού δυναµικού. Συνεπώς, οι επιστηµονικές ενδείξεις είναι ισχυρές ότι η καλή υγεία συµβάλλει στην κοινωνική συνοχή, στην παραγωγικότητα του εργατικού δυναµικού, στην απασχόληση και στην οικονοµική ανάπτυξη. Σε συνθήκες οικονοµικής κρίσης, η επένδυση στην υγεία δεν αποτελεί απλά κοινωνική πολιτική αλλά αναπτυξιακή πολιτική που είναι άκρως απαραίτητη.

* Η Ελπίδα Πάβη, DDS, PG Dip, MPH, PhD, είναι Επιµελήτρια στον Τοµέα Οικονοµικών της Υγείας της Εθνικής Σχολής ∆ηµόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ)