Την εφαρμογή clawback και στη νοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη μελετούν τώρα οι δανειστές, εξαιτίας της αδυναμίας ελέγχου της δαπάνης των φαρμάκων και στα νοσοκομεία.

Ο κίνδυνος ενός ακόμη clawback αυτή τη φορά και στη νοσοκομειακή περίθαλψη θα οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση του συστήματος υγείας, το οποίο αντιμετωπίζει ήδη σοβαρές ελλείψεις σε υλικά, φάρμακα και προσωπικό, αφού οι ασθενείς μη έχοντας τους πόρους να στραφούν στον ιδιωτικό τομέα έχουν αυξήσει δραματικά τη ζήτηση υπηρεσιών υγείας από το ΕΣΥ.

Το γεγονός βρίσκει έντονα αντίθετη και τη φαρμακοβιομηχανία, δεδομένου ότι τα νοσοκομεία καθυστερούν σημαντικά την εξόφληση των εταιριών, με αποτέλεσμα τα χρέη να ξεπερνούν κατά πολύ το 1,1 δισ. ευρώ (συμπεριλαμβανομένων οφειλών ακόμη και από το 2012), ενώ μόνο για την τελευταία διετία το ποσό ξεπερνά τα 800 εκ. ευρώ.

Οι Θεσμοί επιμένουν στην εφαρμογή όσων έχουν υπογραφεί από την κυβέρνηση τονίζοντας ότι η ευθύνη τους περιορίζεται στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων μέτρων και τονίζουν πως σε ότι αφορά τις μειώσεις των τιμών των φαρμάκων, η δέσμευση της ελληνικής πλευράς, έχει συμπεριληφθεί στα προηγούμενα προγράμματα.

Μάλιστα για την καθυστέρηση έκδοσης του αναμενόμενου δελτίου τιμών φαρμάκων, σημειώνουν πως επρόκειτο για μια περίοδο προσαρμογής που δόθηκε λόγω της μεσολάβησης των εκλογών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να παρατείνεται περισσότερο.

Αντίστοιχα, δεν έχουν εφαρμοστεί οι δεσμεύσεις για την εφαρμογή των πρωτοκόλλων συνταγογράφησης, ούτε έχει λειτουργήσει η επιτροπή διαπραγμάτευσης.

Εντούτοις, όπως τονίζεται από τους εκπροσώπους της φαρμακοβιομηχανίας, ο προϋπολογισμός της φαρμακευτικής δαπάνης βρίσκεται πολύ χαμηλά σε σχέση με τις ανάγκες του πληθυσμού, σε αυτήν εντάσσονται και τα εμβόλια, ενώ την ίδια στιγμή  βρίσκονται σε αναμονή για κυκλοφορία νέα ακριβά φάρμακα.

Την ίδια στιγμή η πολιτική χρήσης γενοσήμων, όπως εφαρμόστηκε δεν έφερε ουσιαστικό αποτέλεσμα, ούτε ο στόχος διείσδυσης των γενοσήμων σε σημαντικά ποσοστά (το μνημόνιο προβλέπει από 40-60% σταδιακά τα επόμενα έτη) είναι δυνατόν να επιτευχθεί με τη συνταγογράφηση με δραστική, αφού υπάρχει αδυναμία ελέγχου της υποκατάστασης, δεν προβλέπονται κίνητρα σε γιατρούς και φαρμακοποιούς για την χρήση γενοσήμων, ενώ οι ασθενείς δεν είναι ενημερωμένοι.

Με αφορμή τις πιέσεις των θεσμών για περαιτέρω περιστολή των φαρμακευτικών δαπανών μέσω της τιμολόγησης, οι εκπρόσωποι της φαρμακοβιομηχανίας θέτουν θέμα διατήρησης του πλαφόν μειώσεων στα φθηνά φάρμακα για να παραμείνουν στην αγορά και να μην εκτιναχθεί η δαπάνη από υποκατάσταση με ακριβότερα προϊόντα ή σταδιακή μείωση των τιμών, ώστε να υπάρξει δυνατότητα προσαρμογής των εταιριών.

ΟΟΣΑ

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ πρώτη χώρα σε κατά κεφαλήν φαρμακευτική δαπάνη με περισσότερα από 1.000 δολάρια το 2013, είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, ακολουθεί η Ιαπωνία με 752 δολ, τρίτη θεωρείται η Ελλάδα με 721 δολ. και ο Καναδάς με 713 δολ. ΗΠΑ, ενώ τελευταία είναι η Δανία με 240 δολ. όταν ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ φτάνει τα 515 δολ. ΗΠΑ. 

Διευκρινίζεται ότι στα συγκεκριμένα ποσά που συνυπολογίστηκαν για τη χώρα μας, συμπεριλαμβάνεται το σύνολο των φαρμάκων συνταγογραφουμένων και μη, αλλά και όλα τα καταναλωτικά προϊόντα όπως ορθοπεδικά, ταινίες σακχάρου και κάθε άλλο βοήθημα εξωνοσοκομειακής χρήσης από τους ασθενείς. Αφαιρουμένων των ποσών αυτών, η χώρα μας βρίσκεται μεταξύ των τελευταίων χωρών από πλευράς κατανάλωσης φαρμάκων, περίπου στο μισό του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ.