Φάρμακα του ενός ευρώ, επιδιώκουν οι Θεσμοί να κυκλοφορούν στη χώρα μας με τις νέες ρυθμίσεις περί τιμολόγησης των φαρμάκων που ζητούν να εφαρμοστούν άμεσα στα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα.

Σήμερα η μέση λιανική τιμή τους κυμαίνεται γύρω στα 8 ευρώ, έναντι 28 ευρώ μέσης τιμής για τα εισαγόμενα φάρμακα, εξαιρουμένων των ακριβών θεραπειών.

Η Πανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ) έχει επανειλημμένα τονίσει ότι ο επιβαλλόμενος τρόπος τιμολόγησης πλήττει άμεσα τα εγχωρίως παραγόμενα φάρμακα τα οποία αποτελούν μόλις το 20% της φαρμακευτικής αγοράς, χωρίς παράλληλα να επιφέρει κανένα δημοσιονομικό όφελος, τη στιγμή που εφαρμόζεται κλειστός προϋπολογισμός ύψους 2 δισ. ευρώ για το σύνολο της φαρμακευτικής δαπάνης στη χώρα.

Τα παραπάνω επισημαίνει η ΠΕΦ και με επιστολή της προς τους βουλευτές της χώρας, υπογραμμίζοντας τις επιπτώσεις που θα έχει η υιοθέτηση μιας τέτοιας πολιτικής στην ελληνική φαρμακοβιομηχανία, αλλά και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Η επιστολή
Αναλυτικά, η επιστολή αναφέρει τα εξής:
"Στο πλαίσιο του μνημονίου, καλείστε να συζητήσετε και να ψηφίσετε ρυθμίσεις για τις τιμές των φαρμάκων που, εφόσον υιοθετηθούν, θα οδηγήσουν στη χειραγώγηση της φαρμακευτικής αγοράς εις βάρος της εγχώριας παραγωγής και υπέρ των εισαγόμενων σκευασμάτων. Το αποτέλεσμα θα είναι να εισάγουμε και να πληρώνουμε συγκριτικά ακριβότερα φάρμακα σε σχέση με αυτά που μπορούμε να παράγουμε. Και αυτό, με επιβάρυνση των ασθενών, των Ταμείων και της εθνικής οικονομίας.

Αξίζει της προσοχής σας ότι η πρόταση των «θεσμών» , λόγω του κλειστού προϋπολογισμού της φαρμακευτικής δαπάνης, δεν δημιουργεί το παραμικρό δημοσιονομικό όφελος και επίσης δεν προσφέρει την παραμικρή εξοικονόμηση στα Ταμεία. Εξ αυτού άλλωστε του γεγονότος οι σημερινές απαιτήσεις δεν υπήρχαν ως προαπαιτούμενα πριν τον Αύγουστο του 2015. Μπήκαν σήμερα στο τραπέζι αυθαίρετα και χωρίς λόγο.

Η υιοθέτηση των απαιτήσεων των «θεσμών» μόνο αρνητικά αποτελέσματα θα έχει για το σύστημα υγείας και τον τόπο. Και θα οδηγήσει στην απαξίωση της Ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας, που ήδη τα τελευταία χρόνια έχει υποστεί μειώσεις τιμών της τάξης του 60%. Σήμερα τα Ελληνικά φάρμακα πωλούνται με έκπτωση 75% της αρχικής τιμής των εισαγομένων και προσφέρουν στους ασθενείς και τα Ταμεία προσιτές ποιοτικές θεραπείες. Οι «θεσμοί» αφήνουν αλώβητες τις ονομαστικές τιμές των εισαγομένων και ζητούν να πέσει μεσοσταθμικά η λιανική τιμή των Ελληνικών φαρμάκων έως το 1 ευρώ!

Η διάλυση της Ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας θα στερήσει την εθνική οικονομία από ένα δυναμικό κλάδο, που στηρίζει την ανάπτυξη με επενδύσεις, απασχόληση, έρευνα και καινοτομία, εξαγωγές και ισχυρή προστιθέμενη αξία.

Σας καλούμε, με το αίσθημα ευθύνης που επιβάλουν οι σημερινές δύσκολες συνθήκες, να αποτρέψετε ένα οικονομικό έγκλημα σε βάρος της Ελληνικής παραγωγής και της ανάπτυξης. Σας καλούμε να συμβάλετε στην επανεξέταση των παράλογων και αντιαναπτυξιακών απαιτήσεων των «θεσμών»".

Καταλήγοντας η ΠΕΦ τονίζει ότι "έστω και την ύστατη στιγμή, απαιτείται ένας ολοκληρωμένος διάλογος, ώστε η χώρα να διαμορφώσει μια εθνική στρατηγική και πολιτική φαρμάκου, μέσω της οποίας η αναγκαία φαρμακευτική δαπάνη θα αποτελεί και μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας".
Θα εισάγουμε αυτό που ήδη παράγουμε

Εξηγώντας τη θέση της η ΠΕΦ, τονίζει πως οι «θεσμοί», με μία μονομερή και στοχευμένη πολιτική, που λειτουργεί ως «Δούρειος Ίππος», επιχειρούν, μέσω της επιβολής ενός μηχανισμού επιλεκτικής «μείωσης τιμών», να διαλύσουν την ελληνική παραγωγή φαρμάκου, με αποτέλεσμα να εισάγουμε και να πληρώνουμε ακριβότερα φάρμακα σε σύγκριση με αυτά που μπορούμε να παράγουμε. Και αυτό, με επιβάρυνση των ασθενών, των Ταμείων και της εθνικής οικονομίας. 

Γιατί, ενώ διατηρούνται οι ονομαστικές τιμές των νέων εισαγόμενων φαρμάκων, διαλύονται μονομερώς οι τιμές των φτηνών παλαιών δοκιμασμένων σκευασμάτων, σε επίπεδα που δεν θα είναι πλέον δυνατή η παραγωγή τους στην Ελλάδα - και πουθενά στην Ευρώπη σε τέτοιες τιμές. Πολλά Ελληνικά ποιοτικά φάρμακα θα βγουν τελείως από την αγορά και θα υποκατασταθούν βαθμιαία από νέα εισαγόμενα φάρμακα.

Σήμερα τα Ελληνικά φάρμακα είναι 30% - 60% οικονομικότερα από τα αντίστοιχα εισαγόμενα. Η μεσοσταθμική λιανική τιμή τους κυμαίνεται γύρω στα 8 ευρώ, ενώ η αντίστοιχη μέση τιμή των εντός προστασίας εισαγόμενων είναι 28 ευρώ (χωρίς να υπολογίζονται τα φάρμακα υψηλού κόστους). Αυτό σημαίνει ότι η Ελληνική φαρμακοβιομηχανία εισπράττει ως κατώτατη τιμή - μετά από τα ποσοστά του φαρμακείου και των χονδρεμπόρων, των υποχρεωτικών εκπτώσεων και επιστροφών στο Δημόσιο - γύρω στα 4 ευρώ.

Η απαίτηση των «θεσμών» είναι να μειωθούν μόνο οι τιμές των παλιών φαρμάκων, κυρίως των Ελληνικών, κατά 60-80%. Η λιανική τιμή τους να διαμορφωθεί έως το 1 ευρώ η οποία καταλήγει σε καθαρή τιμή 0,5 ευρώ! Την ίδια στιγμή τα νέα εισαγόμενα φάρμακα θα διατηρούν τις ονομαστικές τιμές τους...

Με τις ρυθμίσεις αυτές θα εξουδετερωθεί η Ελληνική παραγωγή. Σήμερα το 80% των φαρμάκων που καταναλώνουμε είναι εισαγόμενα. Αυτά διαμορφώνουν κατά κύριο λόγο τη φαρμακευτική δαπάνη. Μόνο το 20% είναι φτηνότερα, κυρίως τα Ελληνικά. Με τις απαιτήσεις των «θεσμών» είναι φανερό, ότι επιχειρείται να δημιουργηθεί ακόμα μεγαλύτερος χώρος για την εισαγωγή νέων ακριβών σκευασμάτων. Επιδιώκεται δηλαδή μια νέα βίαιη αναδιανομή της «πίττας» υπέρ των εισαγωγών, με τα Ελληνικά φάρμακα να περιορίζονται στο 5% της φαρμακευτικής αγοράς.

Η απαξίωση του προσιτού Ελληνικού φαρμάκου θα ανοίξει το δρόμο στην οριστική κυριαρχία των ξένων φαρμάκων, κυρίως των πολυεθνικών γενοσήμων, και θα επιτρέψει επίσης και την εισβολή προϊόντων από τρίτες χώρες χαμηλού κόστους.

Αντίθετα, η ΠΕΦ επισημαίνει ότι "η Ελληνική φαρμακοβιομηχανία, με 27 σύγχρονα εργοστάσια, παράγει ποιοτικά ανταγωνιστικά φάρμακα που εξάγονται σε όλη την Ευρώπη και συνολικά σε 80 χώρες, αναδεικνυόμενη σε έναν από τους τρείς πρώτους εξαγωγικούς κλάδους της χώρας. Απασχολεί χιλιάδες εργαζόμενους, υποστηρίζει δυναμικά την έρευνα και την καινοτομία, επενδύει διαρκώς και στηρίζει την εθνική οικονομία. Είναι σταθερός πυλώνας απασχόλησης και ανάπτυξης. Προσφέρει ποιοτικές, δοκιμασμένες και οικονομικές φαρμακευτικές θεραπείες στον Έλληνα ασθενή και το εθνικό σύστημα υγείας. Και μπορεί να καλύψει υπεύθυνα το 60% των αναγκών της πρωτοβάθμιας περίθαλψης και το 50% της νοσοκομειακής".