Μεγάλο ποσοστό παρανοήσεων σχετικά με τη διάδοση της ηπατίτιδας και του HIV έδειξε η πρώτη Εθνική Επιδημιολογική Μελέτη που έγινε στη χώρα μας. Έξι στους δέκα πιστεύουν ότι αυτές οι σοβαρές νόσοι μπορούν να μεταδοθούν με την απλή καθημερινή επαφή, με τη χρήση κοινών σκευών, ακόμη και με ένα φιλί και μια χειραψία. Οι ειδικοί εμφανίζονται ιδιαίτερα προβληματισμένοι για τα ευρήματα, καθώς διαπιστώνουν ότι απαιτείται περαιτέρω σωστή και έγκυρη ενημέρωση του κοινού για τους τρόπους μετάδοσης των εν λόγω ασθενειών.

Ειδικότερα η Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, με επιστημονική υπεύθυνη την αναπληρώτρια καθηγήτρια κ. Γιώτα Τουλούμη και σε συνεργασία με όλες τις Ιατρικές Σχολές των Ελληνικών Πανεπιστημίων και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις «Γιατροί του Κόσμου» και «PRAKSIS», οργάνωσε και υλοποίησε στο πλαίσιο της Πράξης «Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Προγράμματος Έλεγχου Ιογενών Ηπατιτίδων B, C και HIV Λοίμωξης στο Γενικό Πληθυσμό και σε Μετακινουμένους Πληθυσμούς» και με συγχρηματοδότηση από κοινοτικούς (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) και εθνικούς πόρους, την μελέτη Hprolipsis, την πρώτη Εθνική Επιδημιολογική Μελέτη των λοιμωδών νοσημάτων ηπατίτιδας Β (HBV), ηπατίτιδας C (HCV) και της HIV λοίμωξης.

Στην έρευνα συμμετείχαν 6.000 άτομα από τον γενικό πληθυσμό, 600 μετανάστες και 500 Τσιγγάνοι/Ρομά. Σε κάθε συμμετέχοντα πραγματοποιήθηκε ατομική συνέντευξη και κατόπιν συγκατάθεσης ελήφθη δείγμα αίματος, προκειμένου να ελεγχθεί για δείκτες ηπατίτιδας Β, ηπατίτιδας C και HIV λοίμωξης.

Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι μετανάστες και οι Τσιγγάνοι/Ρομά ήταν πολύ μικρότερης ηλικίας συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό. Οι μισοί Τσιγγάνοι/Ρομά δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο. Αντίθετα, το εκπαιδευτικό επίπεδο του γενικού πληθυσμού και των μεταναστών ήταν αρκετά υψηλό, με τους περισσότερους να έχουν ολοκληρώσει 9 έτη εκπαίδευσης.

Όπως διαπιστώθηκε, λοιπόν, ενώ το επίπεδο γνώσης σχετικά με τους τρόπους μετάδοσης των ιογενών ηπατιτίδων και της HIV λοίμωξης ήταν σχετικά υψηλό στον γενικό πληθυσμό και στους μετανάστες (κυμαίνεται 60-62% για τον γενικό  πληθυσμό, 48-63% για τους μετανάστες), υπάρχει μεγάλο ποσοστό παρανοήσεων και στους δύο πληθυσμούς, που μπορούν να οδηγήσουν σε αποκλεισμούς, περιθωριοποίηση και φόβο. Έτσι, 54-59% του γενικού πληθυσμού και 50-62% των μεταναστών πιστεύουν λανθασμένα ότι οι λοιμώξεις αυτές μπορούν να μεταδοθούν είτε με την καθημερινή κοινωνική επαφή, το φιλί, την κοινή χρήση οικιακών σκευών, κοινή χρήση τουαλέτας είτε με το τσίμπημα του κουνουπιού. Το επίπεδο γνώσεων στους Τσιγγάνους-Ρομά ήταν χαμηλό (35-45%), ενώ τα ποσοστά παρανοήσεων ιδιαίτερα υψηλά (76-78%). Σε όλες τις περιπτώσεις το επίπεδο γνώσεων είναι υψηλότερο σε άτομα υψηλότερου εκπαιδευτικού και κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου.

Μεγάλο ποσοστό και από τους τρεις πληθυσμούς δήλωσε ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πρόσβασή του σε ιατρικές εξετάσεις και θεραπεία. Οι οικονομικοί λόγοι ήταν οι πιο συχνά αναφερόμενοι λόγοι μη πρόσβασης, ενώ σημαντικό φραγμό αποτελούσαν και οι κοινωνικοί λόγοι, όπως η αδυναμία λήψης σχετικής άδειας από τη δουλειά, η μεγάλη λίστα αναμονής και η δυσκολία να κλειστεί ραντεβού. Λόγοι που σχετίζονται με τη μετανάστευση (όπως δυσκολία επικοινωνίας λόγω γλώσσας, έλλειψη νομιμοποιητικών εγγράφων και φόβος απέλασης) ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί για τους μετανάστες, ενώ η έλλειψη εγγράφων ήταν σημαντική και για τους Τσιγγάνους/Ρομά. 

Οι επιστήμονες που συμμετείχαν στην εκπόνηση της μελέτης συμφωνούν ότι αυτό που απαιτείται είναι δράσεις και ανάπτυξη δομών για τη διευκόλυνση στη πρόσβαση, στην πρόληψη και στη θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του κάθε πληθυσμού. Επίσης κρίνεται απαραίτητη η υλοποίηση κατάλληλων προγραμμάτων ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, που να εστιάζουν κυρίως σε πληθυσμούς υψηλού ρίσκου, δεδομένου ότι η έγκαιρη διάγνωση έχει διπλά οφέλη: βελτιώνει τη υγεία των ανθρώπων που ζουν με ιογενείς ηπατίτιδες ή με τον HIV και ταυτόχρονα παρεμποδίζει τη μετάδοσή τους σε άλλα άτομα, γεγονός πολύ σημαντικό για τη δημόσια υγεία.

Για περισσότερες πληροφορίες: www.hprolipsis.gr