Άλλη μία σπουδαία επιστημονική ανακάλυψη, που προορίζεται για να βοηθήσει ανθρώπους που έχασαν τη φωνή τους λόγω καρκίνου ή τραυματισμού. Οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Wisconsin-Madison, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή χειρουργικής Nathan Welham, έφτιαξαν στο εργαστήριο ιστό φωνητικής χορδής, που, όταν μεταμοσχεύθηκε σε πειραματόζωα, είχε την ικανότητα να παράγει ήχο, να έχει "φωνή".  

Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο ιατρικό περιοδικό "Science Translational Medicine". Όπως εξήγησαν οι ερευνητές, πήραν κύτταρα φωνητικών χορδών από νεκρούς και από ασθενείς (όχι καρκινοπαθείς), στους οποίους είχε γίνει αφαίρεση λάρυγγα. Τα κύτταρα αυτά καθαρίστηκαν και καλλιεργήθηκαν στο εργαστήριο κι έπειτα τοποθετήθηκαν σε ένα τρισδιάστατο πλέγμα από κολλαγόνο, όπως αυτό που χρησιμοποιείται ως βάση για την ανάπτυξη τεχνητού δέρματος. Σε περίπου δύο εβδομάδες, τα κύτταρα αναπτύχθηκαν και σχημάτισαν έναν ιστό φωνητικής χορδής. Κάθε χορδή έχει μήκος περίπου 16 χιλιοστά και πάχος 1 χιλιοστό.

Οι φωνητικές χορδές  αποτελούνται από δύο ευέλικτες "ζώνες" μυών, που συνδέονται με έναν πολύ ευαίσθητο ιστό. Δονούνται, δε, εκατοντάδες φορές το δευτερόλεπτο, προκειμένου να παραχθεί ήχος. Παρόλα αυτά, σε αντίθεση με άλλους ιστούς του σώματος, όταν τραυματιστούν, μπορεί να προκληθεί απώλεια της φωνής. Εκτιμάται ότι 20 εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ έχουν χάσει τη φωνή τους, εξαιτίας των τραυματισμέων φωνητικών χορδών.

"Η φωνή είναι ένα απίστευτο πράγμα, όμως το ξεχνάμε μέχρι να μας συμβεί κάτι. Οι φωνητικές μας χορδές είναι φτιαγμένες από έναν ειδικό ιστό, που πρέπει να είναι αρκετά ευέλικτος ώστε να πάλλεται, αλλά, ταυτόχρονα, δυνατός για να κινείται εκατοντάδες φορές το δευτερόλεπτο" επεσήμανε ο επικεφαλής ερευνητής.

Τα τεστ έδειξαν ότι η καλλιεργημένη φωνητική χορδή, που είναι αρκούντως ελαστική και ανθεκτική, διαθέτει σε μεγάλο βαθμό τις βιολογικές ιδιότητες της φυσικής χορδής και, επιπλέον, παράγει ήχους. Ακόμη οι εργαστηριακές χορδές δεν απορρίφθηκαν από το ανοσοποιητικό σύστημα ποντικιών, όπου τοποθετήθηκαν επί τρεις μήνες. Η εργαστηριακή χορδή έχει, όμως, πιο απλή και πιο ανώριμη δομή από την φυσιολογική χορδή, επειδή η τελευταία συνεχίζει να αναπτύσσεται επί 13 χρόνια μετά τη γέννηση του ανθρώπου.