Πολλοί επιστήμονες έχουν προσπαθήσει να περιγράψουν τις παραμέτρους και τις μορφές της ερωτικής αγάπης. Στη προσπάθειά τους αυτή, ενώ χρησιμοποιούν διαφορετικές λέξεις, συχνά περιγράφουν παρόμοιες καταστάσεις. Οι περισσότεροι αναφέρονται σε τρία είδη ερωτικής αγάπης. Ένα είδος αγάπης περιγράφεται ως ερωτική έλξη και χαρακτηρίζεται από σεξουαλική επιθυμία («θέλω πολύ να κάνω σεξ μαζί σου»). Άλλο είδος αγάπης είναι το ερωτικό πάθος, που χαρακτηρίζεται από α) εμμονικές σκέψεις για το άλλο άτομο, β) μεγάλη ενέργεια («μπορώ να περπατήσω χιλιόμετρα για να σε δω πεντε λεπτά») και γ) έμφαση στα θετικά («ό,τι και να κάνει, είναι, απλά, υπέροχο και μοναδικό»). Ο τρίτος τύπος αγάπης περιγράφεται ως συντροφική αγάπη και χαρακτηρίζεται από το αίσθημα του δεσμού, της τρυφερότητας και της ηρεμίας.

Μελέτες έχουν δείξει οτι περίπου 4 στους 10 εκείνων που βρίσκονται σε μακροχρόνια σχέση δηλώνουν «πολύ έντονα ερωτευμένοι». Τα ζευγάρια αυτά συνήθως σκέφτονται θετικά ο ένας για τον άλλον, σκέφτονται ο ένας τον άλλον όταν έχουν αποχωριστεί, εκφράζονται μεταξύ τους τρυφερά, κάνουν συχνά σεξ και, επίσης, συχνά μοιράζονται κοινές θετικές εμπειρίες / δραστηριότητες.

Αρκετοί ερευνητές έχουν περιγράψει τη λειτουργία του εγκεφάλου όταν βιώνουμε ερωτικό πάθος στο πλαίσιο μιας καινούριας σχέσης. Το ενδιαφέρον είναι πως, παρόμοιες λειτουργίες έχουν καταγραφεί και στον εγκέφαλο ανθρώπων, που δηλώνουν ερωτευμένοι με το ίδιο άτομο μετά από δέκα χρόνια σχέσης. Σε αυτούς ενεργοποιούνται με παρόμοιο τρόπο σημεία του εγκεφάλου, που σχετίζονται με τα συναισθήματα ερωτικού πάθους, αλλά, επιπλέον, ενεργοποιούνται και σημεία που σχετίζονται με το αίσθημα του δεσμού και της συντροφικότητας. Ωστόσο δεν ενεργοποιούνται, πια, τα σημεία που σχετίζονται με τις εμμονικές σκέψεις. Φαίνεται, λοιπόν, πως μπορούμε να νιώθουμε ερωτευμένοι, ταυτόχρονα με το να νιώθουμε συντροφική αγάπη, αλλά απαλλασσόμαστε από τις εμμονικές σκέψεις. Κατά συνέπεια είναι δυνατόν να παραμένουμε ερωτευμένοι με κάποιον / α που, ήδη, έχουμε.

Ένα άλλο ερώτημα που  απασχολεί πολλούς αφορά στις αλλαγές που συντελούνται στη σεξουαλική ζωή του ζευγαριού, που βρίσκεται σε μακροχρόνια σχέση. Αρκετές αλλαγές συντελούνται, που κάνουν το σεξ περισσότερο να μοιάζει με πρόκληση, παρά με κάτι που έρχεται από μόνο του. Η μία αλλαγή είναι ότι, κυρίως στον γυναικείο πληθυσμό, αλλά και σε πολλούς άνδρες, μειώνεται η συχνότητα με την οποία βιώνουν σεξουαλική ορμή / επιθυμία. Συνήθως εμπλέκονται σε σεξουαλική δραστηριότητα χωρίς να έχουν επιθυμία, αλλά αυτή προκύπτει μετά, αφού έχουν αρχίσει να διεγείρονται. Αυτό σημαίνει ότι το σεξ συχνά δεν είναι τόσο αυθόρμητο, όσο είναι το αποτέλεσμα επιλογής. Μια άλλη αλλαγή που συντελείται είναι ότι επέρχεται σχετική εξοικείωση με τα σεξουαλικά ερεθίσματα, όταν αυτά παραμένουν ίδια και επαναλαμβανόμενα. Σε αυτή τη περίπτωση επιτυγχάνεται πιο δύσκολα η διέγερση.

Τέλος, συχνά πολλοί αναρωτιούνται αν η πολλή εγγύτητα μειώνει το πάθος ή το αυξάνει. Οι σχετικές μελέτες δείχνουν ότι το πάθος αυξάνεται, όταν η εγγύτητα βρίσκεται σε ανοδική πορεία. Όταν είναι σταθερή (είτε υψηλή είτε χαμηλή), τότε μειώνεται το πάθος. Με άλλα λόγια, οι διακυμάνσεις στην εγγύτητα (αυτό που εννοούμε όταν λέμε χανόμαστε και βρισκόμαστε) είναι περισσότερο ωφέλιμες για το πάθος.

Το πιο σημαντικό είναι οτι το σεξ αποτελεί ένα πεδίο, όπου το ζευγάρι καλείται να διαχειριστεί πολλές διαφορές. Πότε θα γίνει, πού, με ποιον τρόπο, στο σκοτάδι ή στο φως, με πειραματισμούς ή χωρίς, με αυθορμητισμό ή προγραμματισμένα, με αργές ή γρήγορες κινήσεις κ.τ.λ. Όμως η σεξουαλική μας ζωή διαφέρει από άλλους τομείς στη ζωή μας, όπου μπορούμε να διαπραγματευτούμε. Στο σεξ η διαπραγμάτευση συχνά δεν λειτουργεί, γιατί, απλά, δεν μπορούμε να διαπραγματευτούμε τη διέγερσή μας, αφού δεν την καθορίζουμε. Αυτό είναι και το σημείο, όπου το σεξ μπορεί δυνητικά να αποκτήσει περισσότερο ενδιαφέρον για το άτομο και για τη σχέση.

 

*Η Εύη Κυράνα (www.kyrana.gr) είναι διδάκτωρ Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ειδικευμένη στην Κλινική Σεξολογία και υπεύθυνη του Κέντρου Σεξουαλικής και Αναπαραγωγικής Υγείας του ΑΠΘ