Για τον μέσο ενήλικα ένας νορμάλ καρδιακός ρυθμός είναι μεταξύ 60 και 100 χτύπων το λεπτό. Όσο πιο λίγοι, τόσο καλύτερη η κατάσταση του καρδιαγγειακού συστήματος, άρα τόσο καλύτερα δουλεύει η καρδιά. Από την άλλη πλευρά, μία νέα μετα-ανάλυση, που δημοσιεύθηκε περιοδικό του Καναδικού Ιατρικού Συλλόγου Canadian Medical Association Journal, έδειξε ότι περισσότεροι χτύποι από τον μέσο όρο μπορεί να έχουν ως συνέπεια αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου και όχι μόνο από καρδιά.

Οι Κινέζοι ερευνητές, με επικεφαλής τον Dr. Dongfeng Zhang του Ιατρικού Κολλεγίου του Πανεπιστημίου Qingdao University in Shandong, μελέτησαν 46 δημοσιευμένες έρευνες. Από αυτές οι 40 αφορούσαν σε περίπου ένα εκατομμύριο ασθενείς, από τους οποίους 78,349 πέθαναν από οποιαδήποτε αιτία και 29 έρευνες αφορούσαν σε περίπου 800,000 ασθενείς, από τους οποίους 25,800 πέθαναν από καρδιά. Αφού ανέλυσαν όλα τα στοιχεία, οι ερευνητές βρήκαν ότι η πιθανότητα ενός ανθρώπου να χάσει τη ζωή του από οποιαδήποτε αιτία αυξάνεται 9% για κάθε 10 παραπάνω χτύπους το λεπτό, ενώ ο κίνδυνος θανάτου από καρδιαγγειακό επεισόδιο αυξάνεται 8% για κάθε 10 παραπάνω χτύπους το λεπτό.

«Η συσχέτιση της καρδιακής συχνότητας σε φάση ηρεμίας με τον κίνδυνο θανάτου είναι ανεξάρτητη από τους παραδοσιακούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, πράγμα που σημαίνει πως η συχνότητα των καρδιακών παλμών σε φάση ηρεμίας συνιστά δείκτη πρόβλεψης της θνησιμότητας στον γενικό πληθυσμό» σύμφωνα με τους Κινέζους επιστήμονες.

Μέχρι τώρα τα στοιχεία για τη σχέση ανάμεσα στην ταχυκαρδία σε φάση ηρεμίας και στον κίνδυνο θανάτου δεν είχαν οδηγήσει σε οριστικά συμπεράσματα. Οι άνθρωποι με πάνω από 80 παλμούς ανά λεπτό έχουν κατά μέσο όρο 45% μεγαλύτερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου σε σχέση με όσους έχουν 60 έως 80 παλμούς (για τους τελευταίους ο αυξημένος κίνδυνος είναι της τάξης του 21%). Ο κίνδυνος αυξάνεται περισσότερο, όταν η ταχυκαρδία σε φάση ηρεμίας ξεπερνά τους 90 παλμούς ανά λεπτό. Παρόλα αυτά οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι, αν και συγκριτικά αυξημένος, ο απόλυτος κίνδυνος παραμένει μικρός.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αυξημένη καρδιακή συχνότητα συνιστά δείκτη κακής υγείας. Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στη συχνότητα των καρδιακών παλμών τους σε φάση ηρεμίας και πρέπει να ασκούνται σωματικά περισσότερο ώστε να την μειώσουν», δήλωσε ο δρ Ζανγκ.

Οι ερευνητές τόνισαν την ανάγκη να αναπτυχθεί ένας αλγόριθμος, που θα παίρνει υπόψη του τόσο την καρδιακή συχνότητα σε φάση ηρεμίας, όσο και τυχόν άλλους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου, προκειμένου να βοηθήσει τους γιατρούς κατά την κλινική αξιολόγηση των ασθενών.