Είναι γνωστό ότι τα χρόνια νοσήματα απορροφούν περίπου το 65% των συνολικών δαπανών για την υγεία στην Ελλάδα, ενώ την ίδια στιγμή επιβαρύνουν έντονα τα νοικοκυριά των πασχόντων. Το ποσοστό αυτό, τα χρόνια της κρίσης φαίνεται να αυξάνει καθώς οι ασθενείς λόγω της οικονομικής δυσχέρειας, δεν λαμβάνουν την θεραπεία που απαιτείται, με αποτέλεσμα να υπάρξουν επιπλοκές που επιβαρύνουν το σύστημα υγείας, λόγω των επισκέψεων στα επείγοντα περιστατικά και των εισαγωγών στο νοσοκομείο.
Όλη αυτή η διαδικασία, ποσοτικοποιήθηκε για την περίπτωση της Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας μέσα από δύο έρευνες τις οποίες εκπόνησαν το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και η Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, και τα αποτελέσματα των οποίων ανακοινώθηκαν το Σαββατοκύριακο στο 24ο Πανελλήνιο Πνευμονολογικό Συνέδριο, από τους καθηγητές κκ Κυριάκο Σουλιώτη και Νίκο Μανιαδάκη, αντίστοιχα.

Το βασικό συμπέρασμα λοιπόν που προέκυψε, ήταν ότι η ΧΑΠ είναι μια σχετικά «παραμελημένη» ασθένεια, παρά το γεγονός ότι αφορά τον 1 στους 10 Έλληνες. Η σημαντική αυτή διαπίστωση για την εξάπλωση της νόσου, γίνεται για πρώτη φορά, καθώς η προηγούμενη -προ 10ετίας μέτρηση-, εκτιμούσε ότι οι ασθενείς με ΧΑΠ αποτελούσαν το 8,4% του πληθυσμού. Όμως η πρόσφατη έρευνα της ΕΣΔΥ «Το κοινωνικό και οικονομικό φορτίο της ΧΑΠ στην Ελλάδα» ανέβασε το ποσοστό στο 10,6%, με βάση τις μετρήσεις που έγιναν σε ένα εκτεταμένο δείγμα 3.400 ατόμων. 
Σύμφωνα τώρα, με τη μελέτη «Εκτίμηση του κόστους της ΧΑΠ και του Άσθματος στην Ελλάδα: Ερευνητικά ευρήματα»  την οποία παρουσίασε ο κ. Κυριάκος Σουλιώτης, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Υγείας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, το μέσο κόστος διαχείρισης της ΧΑΠ ανέρχεται στα 1.711 ευρώ ανά ασθενή. Στη διαμόρφωση του κόστους αυτού, σημαντική είναι η συμβολή του μη φαρμακευτικού κόστους και συγκεκριμένα η επιβάρυνση που προκύπτει εφόσον οι ασθενείς παρουσιάσουν παρόξυνση, δηλαδή κάποιο έντονο σύμπτωμα της νόσου (έντονο βήχα, ιδιαίτερη δυσκολία στην αναπνοή-δύσπνοια) που θα οδηγήσει τον έναν στους τρεις από αυτούς  είτε στα επείγοντα είτε ακόμη και σε εισαγωγή στο νοσοκομείο. 
Ειδικότερα, μέσα σε ένα χρόνο το 68% των ασθενών θα εμφανίσει από καμία έως 2 παροξύνσεις, το 28% από 3 έως 5 και ένα ποσοστό 4% πάνω από 5. Στη φάση της παρόξυνσης, όπως είπαμε ένας στους 3 θα χρειαστεί να νοσηλευτεί και το μέσο κόστος υπολογίζεται στα 1206 ευρώ. Εάν μάλιστα  χρειαστεί να εισαχθεί σε ΜΕΘ,  κάτι που συμβαίνει στο 12,1% των ατόμων που θα νοσηλευτούν, η μέση παραμονή είναι 8,5 ημέρες με μέσο κόστος 1.717 ευρώ

Επίσης στη συνολική διαμόρφωση του κόστους συμπεριλαμβάνονται και άλλα επιπλέον έξοδα όπως είναι η οξυγονοθεραπεία στο σπίτι την οποία κάνει ο ένας στους 4 ασθενείς και ο νεφελοποιητής (συσκευή η οποία διευκολύνει τη χορήγηση των εισπνεόμενων φαρμάκων) την οποία χρησιμοποιεί το περίπου 40% των ασθενών. Παράλληλα στη διαχείριση του κόστους υπολογίζεται και η εργασία των ανθρώπων που φροντίζουν του ασθενείς καθώς ένας στους 3 έχει ανάγκη τέτοιας βοήθειας, αλλά και η απώλεια παραγωγικότητας από τις ημέρες απουσίας από την εργασία του. 

Το μεγαλύτερο λοιπόν μέρος του κόστους δεν επιβαρύνει άμεσα το σύστημα υγείας, καθώς αφορά σε ιδιωτική δαπάνη. Όμως και η δημόσια δαπάνη συνολικά θεωρείται από τα πλέον υψηλά κόστη για το σύστημα υγείας. Σύμφωνα με τη μελέτη, 691.000 άνθρωποι λαμβάνουν φάρμακα για την αντιμετώπιση της ΧΑΠ, όμως η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει το σύνολο αυτών στην πρόσβαση στη θεραπεία τους, ενώ σε ποσοστό περίπου 85% δηλώνουν ότι έχει επιδράσει αρνητικά στη συμμόρφωση. Η τελευταία αυτή παράμετρος δημιουργεί ένα τεράστιο βάρος στο σύστημα υγείας, καθώς επειδή κάποιοι ασθενείς δεν ακολουθούν τις συστάσεις των γιατρών για την καθημερινή τους θεραπεία, αναγκάζονται να απευθυνθούν στο νοσοκομείο. Αποδείχτηκε λοιπόν από την έρευνα του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, ότι εάν αυξηθεί κατά 5% το ποσοστό των ημερών  που οι ασθενείς καλύπτονται από τη θεραπεία, θα εξασφαλιστεί μία εξοικονόμηση της τάξης των 70 εκατ. ευρώ ετησίως. 

Συνειδητοποιεί λοιπόν κανείς γιατί είναι σημαντική η λήψη των φαρμάκων, η οποία λόγω των προβληματικών υποδομών πρωτοβάθμιας φροντίδας αλλά και του φαρμακευτικού κόστους, δε γίνεται σωστά. Παράλληλα λόγω της έλλειψης ενεργειών πρόληψης, ένα σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων που έχουν ΧΑΠ δεν το γνωρίζει και για το λόγο αυτό δεν λαμβάνει  άμεσα θεραπεία. 

Με βάση τη μελέτη  «Το κοινωνικό και οικονομικό φορτίο της ΧΑΠ στην Ελλάδα»  την οποία παρουσίασε ο κ. Μανιαδάκης,  Καθηγητής & Διευθυντής, ΜΠΣ στη Διοίκηση Υπηρεσιών Υγείας Αναπληρωτής Κοσμήτορας, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, απέδειξε ότι το 25% των ασθενών είναι αυτό το οποίο μέσα στο χρόνο αναγκάστηκε να επισκεφτεί το τμήμα  επειγόντων περιστατικών, ενώ το περίπου το 17% των ασθενών νοσηλεύτηκε. Τα στοιχεία αυτά είναι αντίστοιχα με τα αποτελέσματα της προαναφερθείσας μελέτης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.  H δε συγκεκριμένη μελέτη ανεβάζει το συνολικό κόστος στα 2 χιλιάδες ευρώ ανά σθενή. 
Να σημειωθεί ότι στον τομέα των φαρμάκων για το αναπνευστικό, τη σημαντικότερη παρουσία έχουν οι εταιρείες Astra Zeneca, Boehringer, Chiesi, Elpen, GSK, Menarini , Novartis και Pharmathen. Μάλιστα, με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε  πρόσφατη έρευνα του καθηγητή κ. Νίκου Πολύζου, η δημόσια δαπάνη για φάρμακα του αναπνευστικού, φτάνει τα 175,3 εκατ. ευρώ για το 2014. Από τα δε συνταγογραφούμενα φάρμακα, το 48,3% είναι πρωτότυπα, το 35,2% off patent και μόλις το 16,5% γενόσημα.